Επικαιρότητα

Γύρισε στην Ελλάδα ο σκύφος του Σπύρου Λούη


Επέστρεψε την Τετάρτη στην Ελλάδα από τη Γερμανία, μετά από σχεδόν έναν αιώνα, «ένα αρχαίο ελληνικό αγγείο, η σπουδαιότητα του οποίου δεν εναπόκειται τόσο στο γεγονός ότι είναι έργο της αρχαιότητας, ούτε στην καλλιτεχνική του αξία –η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη-, αλλά στο ότι συνδέεται συγχρόνως με ένα ξεχωριστό γεγονός και ένα σημαντικό πρόσωπο της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας», όπως σημείωσε η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Λίνα Μενδώνη.

Πρόκειται για τον μελανόμορφο σκύφο του 6ου αιώνα π.Χ., με παράσταση αγώνα δυο δρομέων, υπό το βλέμμα των κριτών, που δόθηκε ως δώρο από τον αρχαιοπώλη Ιωάννη Λάμπρο στον Σπύρο Λούη, μετά τη μεγαλειώδη νίκη του στον μαραθώνιο δρόμο, στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 στην Αθήνα. Έκτοτε δεν υπήρχαν στοιχεία για την τύχη του επονομαζόμενου «Σκύφου του Λούη».

Το 2014, ο Γιώργος Καββαδίας, Προϊστάμενος του Τμήματος Συλλογών Αγγείων και Έργων Μικροτεχνίας και Μεταλλοτεχνίας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, αντλώντας πληροφορίες από δημοσιεύματα της εποχής και τη σχετική με τους Ολυμπιακούς Αγώνες βιβλιογραφία, εντόπισε ένα αγγείο που είχε πολλά κοινά στοιχεία με τον «σκύφο του Λούη» στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου του Münster στη Γερμανία. Το αγγείο αυτό ανήκε στη συλλογή του αμφιλεγόμενου Γερμανού φιλολόγου και συλλέκτη Werner Peek, που έζησε στην Αθήνα από το 1930 ως το 1937. Ολόκληρη η συλλογή του περιήλθε διά αγοράς στο Πανεπιστήμιο του Münster το 1986. Από την έρευνα του κ. Καββαδία, στην οποία το Πανεπιστήμιο παρείχε ουσιαστική στήριξη, επιβεβαιώθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο σκύφος που βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο του Münster ήταν το δώρο που έλαβε ο Λούης για τη νίκη του το 1896.

Το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, δια της αρμόδιας Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών, απέστειλε στο Μουσείο του Πανεπιστημίου του Münster επίσημο αίτημα διεκδίκησής του. Ακολούθησε μακρόχρονη αλληλογραφία και ανταλλαγή στοιχείων, που οδήγησαν στη συμφωνία της οριστικής επιστροφής του σκύφου στην Ελλάδα, ως αναγνώριση από γερμανικής πλευράς της ιδιαίτερης σημασίας που έχει το αγγείο αυτό για τη χώρα μας.

Ο Πρύτανης του πανεπιστημίου του Münster Prof. Dr. J.-P. Wessels, ο διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Prof. Dr. A. Lichtenberger και ο αρχαιολόγος Dr. H.-H. Nieswandt παρέδωσαν το αρχαίο αντικείμενο στην Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Λίνα Μενδώνη. Ο «σκύφος του Λούη» θα εκτεθεί μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 2020 στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ όπως ανακοίνωσε η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού από τον Μάρτιο 2020 –με αφορμή και την αφή της Φλόγας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκυο- θα εκτεθεί μόνιμα στο Μουσείο της Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας, στην αρχαία Ολυμπία, σημειώνοντας ότι είναι το μοναδικό θεματικό μουσείο της χώρας και για το λόγο αυτό χρειάζεται να του δώσουμε ιδιαίτερη σημασία.

Στην τελετή που πραγματοποιήθηκε σήμερα το μεσημέρι στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου του Münster, είπε ότι «υπάρχουν στιγμές, όπως η σημερινή, που συμβαίνουν μόνο μία φορά και αφήνουν μία σφραγίδα. Είναι τιμή μου να συνοδεύω τον σκύφο στην Ελλάδα. Είμαι Φυσικός και δεν μπορώ να μιλήσω για το μέγεθος της αρχαιολογικής του αξίας, αλλά μπορώ απλώς να πω ότι είναι υπέροχος. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη στιγμή για την επιστροφή του, γνωρίζοντας ότι πριν λίγες ημέρες πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα ο Μαραθώνιος».

«Το 1896, είπε η διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κ. Μαρία Λαγογιάννη, εκφράστηκε η ελπίδα ότι η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων θα ενισχύσει «τους δεσμούς της αμοιβαίας αγάπης του Ελληνικού και των άλλων λαών». Σήμερα, η επιστροφή του αρχαίου σκύφου από την Πανεπιστημιακή Συλλογή του Münster δείχνει πού μπορεί να οδηγήσει ο διάλογος και ο αμοιβαίος σεβασμός των λαών. Ο πολιτισμός δημιουργεί γέφυρες που συνδέουν τους λαούς μας».​

Ο Γιώργος Καββαδίας αναφέρθηκε αναλυτικά στην ιστορία του σκύφου, το πώς προσφέρθηκε στον Σπύρο Λούη ως δώρο από τον Ιωάννη Λάμπρο, για να βρεθεί στη συνέχεια στη Γερμανία και να καταλήξει τη δεκαετία του ’80 στο πανεπιστήμιο του Münster και στην αρχαιολογική του συλλογή, όπου εντοπίστηκε.

Διαβαστε επισης