Επιχειρήσεις

Goldman Sachs: Συζήτηση με ελληνικές τράπεζες για NPLs, κεφαλαιακή δομή και εκτιμήσεις


Τα NPLs, η πορεία της χρηματοοικονομικής εικόνας των τραπεζών και η κεφαλαιακή τους δομή ήταν τα θέματα που κυριάρχησαν στη συζήτηση που οργάνωσε η Goldman Sachs με εκπροσώπους των τεσσάρων συστημικών τραπεζών στο πλαίσιο του 21ου European Financials Conference. Πρόκειται για τη θεσμοθετημένη ετήσια διοργάνωση της GS στο πλαίσιο της οποίας οι μεγαλύτεροι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί αλληλεπιδρούν και συζητούν με τη διεθνή επενδυτική κοινότητα.

Κοινή συνισταμένη στις τοποθετήσεις των CFO’s των ελληνικών τραπεζών ως προς τα NPLs, ήταν η ικανοποίηση για το κλείσιμο των νομοθετικών και ρυθμιστικών εκκρεμοτήτων και η ανάγκη για αμεσότητα στην υλοποίησή του σχετικού πλαισίου. Παράλληλα, το άνοιγμα της αγοράς με ακόμη επτά servicers που εκτιμάται ότι θα αδειοδοτηθούν μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους θα είναι ακόμη μια εξέλιξη με θετική επίδραση στην αγορά.

Ειδικότερα ως προς τους στόχους των τραπεζών για μείωση των NPEs, θεωρείται βέβαιο ότι θα επιτευχθούν αυτοί του 2017 και από τους τέσσερις οργανισμούς, είναι όμως ακόμη νωρίς για εκτιμήσει κανείς αν η τελική εικόνα που θα διαμορφωθεί το 2019 θα είναι σύμφωνη με τον απαιτητικό στόχο του SSM για επίτευξη μείωσης κατά 40% (από 110 δις ευρώ σε 65 δις ευρώ περίπου).

Ως μείζονος σημασίας για την επίτευξη των στόχων αυτών αξιολογείται το συνολικό κλίμα της ελληνικής οικονομίας, καθώς όλοι οι εκπρόσωποι των τραπεζών συμφώνησαν ότι απαιτείται η χώρα να παραμείνει μακροπρόθεσμα σε ανάπτυξη, τάση που απαιτεί πολιτική σταθερότητα για να διατηρηθεί.

Αρκετές ερωτήσεις έθεσαν οι επενδυτές αναφορικά με την κεφαλαιακή δομή των ελληνικών τραπεζών και ειδικότερα για τη μείωση της έκθεσης στον ELA μέσω της ενίσχυσης της πρόσβασής τους σε διατραπεζικές συναλλαγές. Σε αυτό το σκέλος της συζήτησης, η ΕΤΕ, δεδομένης και της χαμηλής έκθεσής της στον ELA (5 δις περίπου) ήταν η μόνη που έθεσε ξεκάθαρο χρονοδιάγραμμα και αναμένει μέχρι το τέλος του 2018 να μηδενίσει αυτή τη μορφή χρηματοδότησης. Για τις υπόλοιπες τρεις τράπεζες υπενθυμίζεται ότι η στήριξη του ELA που λαμβάνουν κυμαίνεται σε ένα εύρος 10-12 δις ευρώ για την καθεμία. 

Ενδιαφέρουσα είναι η εκτίμηση που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της συζήτησης για δυνητικές καταθέσεις έως και 20δις ευρώ που φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται «κάτω από τα στρώματα» των ελληνικών νοικοκυριών. Πρόκειται για μέγεθος που θα μπορούσε να δώσει ανάσα στη χρηματοδοτική ικανότητα των τραπεζών, ωστόσο για να επιτευχθεί η επιστροφή τους στις τράπεζες απαιτείται ανάκτηση της τραπεζικής πίστης και σταδιακή άρση των ελέγχων κίνησης κεφαλαιών, διαδικασίες που είναι σύνθετες και απαιτούν χρόνο.

Σε αυτή την εικόνα προστίθεται και το ορόσημο των stress tests των ελληνικών τραπεζών που είναι προγραμματισμένα για το 2018, τα οποία τόσο οι διοικήσεις,  όσο και η επενδυτική κοινότητα αναμένουν με ενδιαφέρον.

Ελ. Ερμείδου