ΕΥΖην

Τάσος Λειβαδίτης: Ο ποιητής των αγώνων, της εξορίας και της ανθρωπιάς


Η νεοελληνική λογοτεχνία βρήκε έναν από τους πιο εμβληματικούς εκπροσώπους της στο πρόσωπο του Τάσου Λειβαδίτη, μιας προσωπικότητας που σημάδεψε την πρώτη μεταπολεμική γενιά.

Η δημιουργική του διαδρομή κινήθηκε ανάμεσα σε δύο άξονες: την πρώτη περίοδο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, γεμάτη τρυφερότητα και αγωνιστική ορμή, και τη μετέπειτα υπαρξιακή στροφή, όπου η πολιτική ματαίωση τον οδηγεί σε έναν βαθύ εσωτερικό αναστοχασμό.

Το έργο του μετατράπηκε σε αυθεντική λαϊκή έκφραση όταν συνάντησε τη μουσική κορυφαίων Ελλήνων συνθετών. Ο Μίκης Θεοδωράκης υπέγραψε εμβληματικά τραγούδια όπως η "Δραπετσώνα", το "Σαββατόβραδο" και το "Βρέχει στη φτωχογειτονιά", ενώ τη δική τους μουσική σφραγίδα έβαλαν οι Μάνος Λοΐζος, Στέλιος Βαμβακάρης, Μίμης Πλέσσας, Γρηγόρης Μπιθικώτσης και Γιώργος Τσαγκάρης.

Οικογενειακές ρίζες, παιδικά χρόνια και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Παντελεήμων - Αναστάσιος Λειβαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 1922 και μεγάλωσε στις γειτονιές του Μεταξουργείου. Πατέρας του ήταν ο έμπορος Λύσανδρος Λειβαδίτης, με καταγωγή από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας, και μητέρα του η Αθηναία Βασιλική Κοντοπούλου. Ο ευρύτερος κύκλος της οικογένειας σημαδεύτηκε από τον χώρο του θεάματος: αδελφός του ήταν ο γνωστός κωμικός ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης (1914-1980), ενώ ανιψιός του υπήρξε ο δημοφιλής ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης (1934-2005).

Μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το 1940, πέρασε τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, το ξέσπασμα της γερμανικής κατοχής διέκοψε απότομα τα ακαδημαϊκά του σχέδια, οδηγώντας τον στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ.

Το 1946 παντρεύτηκε την παιδική του φίλη Μαρία Στούπα, η οποία στάθηκε αχώριστη σύντροφος σε όλη του τη ζωή, αποκτώντας μαζί της μια κόρη, τη Βάσω.

Η είσοδος στα γράμματα, οι εξορίες και η δίκη-σταθμός

Την ίδια χρονιά του γάμου του, ο Λειβαδίτης πραγματοποίησε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη» στις σελίδες του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα». Εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων και της αριστερής του ιδεολογίας, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δίωξη του κράτους, περνώντας τα χρόνια από το 1948 έως το 1952 στην εξορία (Λήμνος, Άη-Στράτης, Μακρόνησος), όπου μοιράστηκε τις ίδιες δοκιμασίες με άλλες εμβληματικές μορφές, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Μάνος Κατράκης.

Η επιστροφή του συνοδεύτηκε από έντονη δημιουργική δραστηριότητα. Το 1952 κυκλοφόρησαν οι συλλογές «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας», ενώ έναν χρόνο αργότερα το έργο του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» κατέκτησε το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία. Λόγω του ανατρεπτικού χαρακτήρα του, το βιβλίο τον οδήγησε στις 10 Φεβρουαρίου 1955 σε δίκη ενώπιον του Πενταμελές Εφετείου Αθηνών, από το οποίο αθωώθηκε πανηγυρικά.

Η καλλιτεχνική εξέλιξη, το σινεμά και η δικτατορία

Μετά τις συλλογές «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο» (1956) και τη «Συμφωνία αρ. 1» (1957) —η οποία τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Δήμου Αθηναίων— εκδόθηκε το 1958 το ορόσημο της πορείας του προς τη δεύτερη, ώριμη περίοδο: «Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια».

Το 1961 συμμετείχε ενεργά σε περιοδείες συναυλιών του Μίκη Θεοδωράκη, απαγγέλλοντας στίχους και συνομιλώντας με το κοινό, μια δράση που στη Βέροια συνοδεύτηκε από βίαιη επίθεση παρακρατικών. Την ίδια χρονιά συνέγραψε το σενάριο (σε συνεργασία με τον Κώστα Κοτζιά) και τους στίχους για την ταινία του Αλέκου Αλεξανδράκη «Συνοικία το όνειρο», η οποία έγραψε ιστορία στον ελληνικό νεορεαλιστικό κινηματογράφο παρά τα τεράστια εμπόδια που συνάντησε από τη λογοκρισία.

Παράλληλα, αρθρογράφησε σε σημαντικά έντυπα, διατηρώντας τη στήλη κριτικής στην εφημερίδα «Η Αυγή» (1954-1967 και 1974-1980), ενώ συνεργάστηκε με την «Επιθεώρηση Τέχνης» και τη «Νέα Εστία».

Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας (1967-1974), έμεινε άνεργος λόγω πολιτικών φρονημάτων και βιοπορίστηκε κάνοντας μεταφράσεις και διασκευές σε λαϊκά περιοδικά, όπως το «Φαντάζιο».

Η αναγνώριση, οι διακρίσεις και η παρακαταθήκη του

Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η πολιτεία αναγνώρισε την προσφορά του: τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976) για το «Βιολί για μονόχειρα» και με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979) για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας», ενώ υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων.

Ο Τάσος Λειβαδίτης έφυγε από τη ζωή στις 30 Οκτωβρίου 1988 στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών, έπειτα από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής και δύο ανεπιτυχείς επεμβάσεις. Η τελευταία του ποιητική συλλογή, «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου», εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

Η σπουδαιότερη όμως παρακαταθήκη που άφησε πίσω του δεν συμπυκνώνεται μόνο στα βραβεία ή τους τίτλους, αλλά στον βαθιά ουμανιστικό του λόγο. Στους στίχους από το εμβληματικό του ποίημα «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος», ο Λειβαδίτης έδωσε το απόλυτο μέτρο της αλληλεγγύης και του χρέους απέναντι στη ζωή, υπενθυμίζοντας πως η αληθινή ανθρωπιά κρίνεται από τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την υπεράσπιση του αδύναμου:

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

δεν θα παύσεις ούτε στιγμή να αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.

Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές

το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα δεν θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.

Διαβαστε επισης