Ο Οδυσσέας ίσως να μην υπήρξε ποτέ ως ιστορικό πρόσωπο. Ωστόσο, οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Ιθάκη αποκαλύπτουν, ότι οι αρχαίοι Έλληνες τον τιμούσαν σαν πραγματικό ήρωα και αντικείμενο λατρείας. Ένα εκτεταμένο ιερό, αφιερώματα, επιγραφές και χιλιάδες ευρήματα φωτίζουν τη λεπτή γραμμή όπου ο μύθος μετατρέπεται σε ιστορική μνήμη.
Υπάρχουν λογοτεχνικοί ήρωες που επιβιώνουν στους αιώνες επειδή αφηγούνται μια μεγάλη ιστορία. Και υπάρχουν ήρωες που ξεφεύγουν από τα όρια της αφήγησης και γίνονται κομμάτι της ίδιας της πραγματικότητας των ανθρώπων που τους δημιούργησαν. Ο Οδυσσέας φαίνεται πως ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.
Σχεδόν τρεις χιλιετίες μετά τη σύνθεση της Οδύσσειας, ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και γνωρίζει νέα κινηματογραφική μεταφορά από τον Κρίστοφερ Νόλαν, η αρχαιολογία έρχεται να προσθέσει μια αναπάντεχη διάσταση στο ερώτημα που απασχολεί ιστορικούς και φιλολόγους εδώ και αιώνες: υπήρξε ποτέ ο βασιλιάς της Ιθάκης;
Η απάντηση παραμένει μάλλον αρνητική ως προς την ιστορική του ύπαρξη. Όμως, οι τελευταίες ανασκαφές δείχνουν ότι αυτό ίσως να μην έχει τελικά τόση σημασία. Για τους ανθρώπους της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής, ο Οδυσσέας ήταν απολύτως υπαρκτός — αρκετά υπαρκτός ώστε να αποκτήσει δικό του ιερό, προσκυνητές και τελετουργίες.
Ένα ιερό αφιερωμένο στον βασιλιά της Ιθάκης
Στις πλαγιές του όρους Έξωγη, σε μια θέση γνωστή επί αιώνες ως «Σχολή του Ομήρου», οι αρχαιολόγοι ερευνούν έναν χώρο που για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν με επιφυλάξεις. Οι πρώτες ανασκαφές του 19ου αιώνα δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν στοιχεία που να συνδέουν το σημείο με τον κόσμο της Οδύσσειας. Από το 2018, η ομάδα του αρχαιολόγου Γιάννου Λόλου από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων συνέχισε και επέκτεινε τις συστηματικές έρευνες που είχαν προηγηθεί μεταξύ 1994 και 2011. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.
Το Υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε την αποκάλυψη ενός μεγάλου τελετουργικού συγκροτήματος του 3ου αιώνα π.Χ., το οποίο περιλαμβάνει μνημειακή αίθουσα τελετών, πιθανό αμυντικό πύργο και δεξαμενή νερού μυκηναϊκού τύπου. Οι αρχαιολόγοι αποκαλούν πλέον τον χώρο «Οδυσσείον».
Ο ίδιος ο κ. Λόλος διευκρίνισε, μιλώντας στους New York Times, ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν πως πρόκειται για το μυκηναϊκό ανάκτορο του Οδυσσέα ή ότι τα σωζόμενα κτίσματα ανάγονται στον 12ο αιώνα π.Χ., την εποχή στην οποία τοποθετείται συμβατικά η επιστροφή του από την Τροία. Ωστόσο, το συγκρότημα αποδεικνύει κάτι ίσως ακόμη σημαντικότερο: πέντε αιώνες μετά τη συγγραφή των ομηρικών επών, οι κάτοικοι της Ιθάκης είχαν μετατρέψει τον Οδυσσέα σε αντικείμενο επίσημης λατρείας.
Τα ευρήματα που μιλούν για έναν «πραγματικό» Οδυσσέα
Το μεγαλύτερο μέρος των αποδείξεων δεν προέρχεται από κάποιο εντυπωσιακό άγαλμα, αλλά από χιλιάδες μικρά αντικείμενα που αφηγούνται μια πολύ πιο πειστική ιστορία. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν μαύρα γυαλισμένα κύπελλα, κοσμήματα, αγγεία προσωπικών προσφορών και χιλιάδες θραύσματα κεραμικής. Ανάμεσά τους βρέθηκαν κεραμίδες με επιγραφές στα ελληνικά και στα λατινικά, ένδειξη ότι ο χώρος δεχόταν επισκέπτες από διαφορετικές περιοχές της Μεσογείου.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν περισσότερα από εκατό αργυρά και χάλκινα νομίσματα από διάφορες ελληνιστικές και ρωμαϊκές πόλεις. Η διασπορά τους υποδηλώνει ότι το Οδυσσείον αποτελούσε σταθερό προορισμό ναυτικών, εμπόρων και προσκυνητών που ταξίδευαν ακόμη και από μακρινές περιοχές για να τιμήσουν τον βασιλιά της Ιθάκης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι τρεις επιγραφές πάνω σε κεραμίδες. Στη μία διαβάζεται η φράση «του Οδυσσέως», σαν να ανήκε ο χώρος στον ίδιο τον ήρωα. Σε άλλη αναγράφεται «στον Οδυσσέα», μια ξεκάθαρη αφιέρωση προς το πρόσωπό του.
Οι αρχαιολόγοι εντόπισαν επίσης δεκάδες σφονδύλια και υφαντικά βάρη. Η παρουσία τους οδηγεί αρκετούς ερευνητές στην εκτίμηση ότι σημαντικό ρόλο στις τελετουργίες είχαν γυναίκες, πιθανόν τιμώντας όχι μόνο τον Οδυσσέα αλλά και την Πηνελόπη, το σύμβολο της πίστης και της ευφυΐας, που σύμφωνα με τον Όμηρο κρατούσε τους μνηστήρες σε αναμονή υφαίνοντας και ξηλώνοντας αδιάκοπα τον περίφημο ιστό της.
Πώς ένας μύθος έγινε θρησκεία
Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Οδυσσέας δεν αποτελεί ιστορικό πρόσωπο. Τα ομηρικά έπη, ωστόσο, διατήρησαν ζωντανές μνήμες μιας πραγματικής εποχής: της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, όταν ισχυροί άρχοντες κυβερνούσαν οχυρωμένες ακροπόλεις, διέθεταν εκτεταμένα εμπορικά δίκτυα και πραγματοποιούσαν θαλάσσιες εκστρατείες σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο γεννήθηκε και το φαινόμενο της λατρείας των ηρώων. Από τον 8ο αιώνα π.Χ. οι ήρωες είχαν αποκτήσει τόσο ισχυρή θέση ώστε ακόμη και η νομοθεσία της Αθήνας επί Δράκοντα, προέβλεπε την απόδοση τιμών όχι μόνο στους θεούς του Ολύμπου, αλλά και στους τοπικούς ήρωες.
Η εικόνα που περιγράφει ο Όμηρος βρίσκει συχνά απρόσμενες αντιστοιχίες στην αρχαιολογία. Ο ποιητής παρουσιάζει τον Οδυσσέα να φορά κράνος διακοσμημένο με χαυλιόδοντες αγριογούρουνου. Παρόμοια αντικείμενα έχουν πράγματι βρεθεί σε μυκηναϊκούς τάφους, ενισχύοντας την άποψη ότι τα έπη διασώζουν αυθεντικές αναμνήσεις, μιας εποχής που είχε ήδη χαθεί όταν καταγράφηκαν.
Την ίδια στιγμή, παραμένει ανοιχτός ο προβληματισμός για τον ίδιο τον Όμηρο. Πολλοί σύγχρονοι μελετητές θεωρούν ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν προϊόν συλλογικής προφορικής παράδοσης, η οποία διαμορφώθηκε επί αιώνες από ραψωδούς πριν αποκτήσει τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Άλλοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι πίσω από τα δύο έργα βρίσκεται μία και μόνο ιδιοφυΐα, ένας δημιουργός με εξαιρετική αφηγηματική συνοχή και αρχιτεκτονική σκέψη.
Είναι τελικά η σημερινή Ιθάκη η Ιθάκη του Ομήρου;
Η αρχαιολογία δεν έχει λύσει μόνο το ζήτημα της λατρείας του Οδυσσέα. Έχει αναζωπυρώσει και μια από τις μεγαλύτερες γεωγραφικές διαμάχες της κλασικής φιλολογίας. Η ομηρική Ιθάκη περιγράφεται ως πεδινή και δυτικότερη από τα γειτονικά νησιά, ενώ η σημερινή Ιθάκη είναι ορεινή και βρίσκεται ανατολικά της Κεφαλονιάς. Για δεκαετίες, αρκετοί ερευνητές υποστήριζαν ότι η πραγματική Ιθάκη βρισκόταν στη χερσόνησο Παλική της Κεφαλονιάς, η οποία υποτίθεται ότι ήταν κάποτε ανεξάρτητο νησί.
Ωστόσο, δύο δεκαετίες γεωλογικών ερευνών δεν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη του υποτιθέμενου θαλάσσιου διαύλου. Παράλληλα, νέα φιλολογική ανάγνωση του αρχαίου κειμένου υποστηρίζει ότι ο Όμηρος ίσως δεν χαρακτήριζε ποτέ την Ιθάκη ως νησί με τη σημερινή έννοια, αλλά χρησιμοποιούσε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παραπέμπουν ακόμη και σε χερσόνησο.
Ο κ. Γιάννος Λόλος, αντίθετα, θεωρεί ότι τα νέα αρχαιολογικά ευρήματα ενισχύουν αποφασιστικά την ταύτιση της ομηρικής Ιθάκης με το σημερινό νησί. Κατά την άποψή του, οι ομηρικές περιγραφές αποτυπώνουν τη θέα που αντικρίζει ο ναυτικός προσεγγίζοντας το νησί από τη θάλασσα και όχι μια αυστηρή γεωγραφική χαρτογράφηση.
Την επιχειρηματολογία του ενισχύουν και άλλα ευρήματα: ένα θραύσμα ελληνιστικής πήλινης μάσκας με χαραγμένη αφιέρωση στον Οδυσσέα, μια χάλκινη προτομή που θυμίζει την εικονογραφία του ήρωα στα αρχαία νομίσματα της Ιθάκης, αλλά και επιγραφή του 3ου αιώνα π.Χ. από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, η οποία αναφέρεται ρητά στα «Οδύσσεια», τους αθλητικούς και πολιτιστικούς αγώνες που διοργάνωναν οι Ίθακες προς τιμήν του βασιλιά τους.
Οι νέες ανασκαφές δεν αποδεικνύουν ότι ο Οδυσσέας υπήρξε ως άνθρωπος. Αποδεικνύουν όμως ότι υπήρξε ως ιστορική πραγματικότητα στη συνείδηση των αρχαίων Ελλήνων. Η δύναμη αυτής της ιστορίας δεν βρίσκεται στο αν συνέβη πραγματικά, αλλά στο ότι επί αιώνες οι άνθρωποι έζησαν σαν να είχε συμβεί. Και φυσικά, στους συμβολισμούς και τις παραβολές της, που παραμένουν επίκαιρα ακόμα.