ΕΥΖην

Μελίνα Μερκούρη: Η φωνή που μετέτρεψε τον ελληνικό πολιτισμό σε διεθνές αίτημα


Λίγα πρόσωπα που υπηρέτησαν την τέχνη του εφικτού κατάφεραν να ξεπεράσουν τα στενά όρια των αξιωμάτων και να μετατραπούν σε διαχρονικά σύμβολα. Σε αυτή τη σπάνια κατηγορία ανήκει η Μελίνα Μερκούρη.

Με τη λάμψη μιας μεγάλης σταρ διεθνούς εμβέλειας και το ανυποχώρητο πείσμα ενός ανθρώπου που αρνιόταν να δει την Ιστορία επιδερμικά, η Μελίνα δεν αντιμετώπισε ποτέ την Ελλάδα απλώς ως τη γενέτειρα της, αλλά την ανέδειξε ως έναν ιερό τόπο που απαιτούσε υπεράσπιση εντός και εκτός συνόρων.

Από τη διεθνή καταξίωση στην αφαίρεση ιθαγένειας

Γεννημένη στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 1920, γνώρισε αρχικά την παγκόσμια αναγνώριση μέσα από το θέατρο και τον κινηματογράφο, με την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» να αποτελεί κομβικό σταθμό στην καριέρα της.

Η επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 τη βρήκε στις Ηνωμένες Πολιτείες να πρωταγωνιστεί στο Μπρόντγουεϊ.

Αντί να επιλέξει την ασφάλεια της απόστασης, χρησιμοποίησε το εκτόπισμά της για να ενημερώσει τη διεθνή κοινή γνώμη και να καταγγείλει το καθεστώς των συνταγματαρχών.

Η χούντα απάντησε αφαιρώντας της την ελληνική ιθαγένεια. Η ίδια κατέστησε σαφές με τη στάση της ότι η σχέση της με την πατρίδα δεν καθοριζόταν από κρατικά έγγραφα ή επίσημες σφραγίδες.

Η επιστροφή, το ΠΑΣΟΚ και η μακροβιότερη υπουργός

Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας επέστρεψε στην Ελλάδα και εντάχθηκε ενεργά στην πολιτική ζωή. Το 1977 εκλέχθηκε βουλεύτρια με το ΠΑΣΟΚ και, μετά την εκλογική νίκη του 1981, ανέλαβε το υπουργείο Πολιτισμού στις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου.

Υπηρέτησε ως υπουργός Πολιτισμού από το 1981 έως το 1989 και εκ νέου από το 1993 έως τις 6 Μαρτίου 1994, ημερομηνία κατά την οποία έφυγε από τη ζωή στη Νέα Υόρκη. Η θητεία της την κατέστησε μία από τις μακροβιότερες υπουργούς στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο.

Ο πολιτισμός ως εργαλείο παιδείας και ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Πρωτεύουσας

Η πολιτική της αντίληψη ξεπέρασε τα στενά όρια της διαχείρισης αρχαιολογικών χώρων. Αντιμετώπισε τον πολιτισμό ως βασικό πυλώνα παιδείας, κοινωνικής συμμετοχής και διεθνούς εκπροσώπησης της χώρας.

Δική της πρωτοβουλία υπήρξε η θεσμοθέτηση του θεσμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, με την Αθήνα να γίνεται η πρώτη πόλη που τον φιλοξένησε το 1985. Παράλληλα, πίστευε ακράδαντα ότι ο πολιτισμός δεν αποτελεί πολυτέλεια για ευημερούσες περιόδους, αλλά τον κατεξοχήν τρόπο με τον οποίο ένας λαός κατανοεί τον εαυτό του και συνομιλεί με τον υπόλοιπο κόσμο.

Η διεθνής εκστρατεία για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Η υπόθεση που ταυτίστηκε απόλυτα με το όνομά της ήταν ο αγώνας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Τον Ιούλιο του 1982, στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO στο Μεξικό, έθεσε επίσημα το αίτημα, μετατρέποντάς το από ελληνική διεκδίκηση σε ζήτημα διεθνούς πολιτιστικής ηθικής.

Δεν αντιμετώπισε το θέμα ως μια τυπική διαμάχη ιδιοκτησίας, αλλά ως ανάγκη επανένωσης ενός διαμελισμένου μνημείου. Παράλληλα, συνέδεσε την εκστρατεία αυτή με την ανάγκη δημιουργίας του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Παρά το γεγονός ότι τα Γλυπτά παρέμειναν στο Βρετανικό Μουσείο, η προσπάθειά της ενέγραψε τη διεκδίκηση στη διεθνή ατζέντα με τρόπο αμετάκλητο.

Μια υπερκομματική παρακαταθήκη

Παρότι η διαδρομή της ήταν στενά συνδεδεμένη με το ΠΑΣΟΚ και τις πολιτικές συγκρούσεις της Μεταπολίτευσης, η συνολική της παρουσία ξεπέρασε τα κομματικά στεγανά. Η διεθνής προβολή της Ελλάδας, η προώθηση ευρωπαϊκών θεσμών και η επιμονή της στην επανένωση του Παρθενώνα αναγνωρίζονται ευρύτερα.

Η Μελίνα Μερκούρη δεν πρόλαβε να δει την επιστροφή των Γλυπτών. Η παρακαταθήκη της, ωστόσο, δεν εντοπίζεται μόνο στη δυναμική εικόνα μιας γυναίκας που κυριαρχούσε στον χώρο, αλλά στην απόφασή της να αφήσει ανοιχτή μια μεγάλη εθνική διεκδίκηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Διαβαστε επισης