Υπάρχουν μορφές αντοχής που δεν περιλαμβάνουν μάχη. Δεν κρατούν ασπίδες, δεν σηκώνουν τείχη, δεν θριαμβεύουν απέναντι στις δυσκολίες. Υπάρχουν όντα, που επιβιώνουν ακριβώς επειδή γνωρίζουν πότε να αποσυρθούν, πότε να σιωπήσουν, πότε να αφήσουν ένα κομμάτι τους να χαθεί, ώστε κάτι άλλο να επιστρέψει αργότερα, διαφορετικό.
Ο νάρκισσος είναι ένα τέτοιο πλάσμα. Ένα λουλούδι εύθραυστο, σχεδόν αβοήθητο απέναντι στον κόσμο. Το κοτσάνι του σπάει εύκολα, τα πέταλά του καταστρέφονται με μια απρόσεκτη κίνηση, οι ρίζες του είναι ρηχές. Κι όμως, εδώ και εκατομμύρια χρόνια επιβιώνει. Όχι επειδή αντιστέκεται στη βία του κόσμου, αλλά επειδή έχει μάθει να εξαφανίζεται όταν χρειάζεται και να επιστρέφει όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο μάθημα που μπορεί να δεχτεί ο άνθρωπος: ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι πάντα θέμα δύναμης. Συχνά έχει να κάνει με τη μεταμόρφωση.
Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει χτίσει μια σχεδόν θρησκευτική εμμονή με τη συνέχεια του «εαυτού» - ουσιαστικά αυτού που θεωρούμε εαυτό.. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος οφείλει να παραμένει «ο ίδιος», να διατηρεί μια αδιάσπαστη ταυτότητα από τη νεότητα μέχρι το τέλος της ζωής του, αντιμετωπίζεται σαν απόδειξη σταθερότητας και ωριμότητας. Ωστόσο, η ανθρώπινη εμπειρία διαψεύδει διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση.
Οι άνθρωποι αλλάζουμε βαθιά. Όχι επιφανειακά, όχι μόνο στις συνήθειες ή στις προτιμήσεις μας. Αλλάζουμε στον πυρήνα μας. Μια απώλεια, μια ασθένεια, μια οικονομική κατάρρευση, μια προδοσία ή ακόμη και η αργή φθορά του χρόνου μπορούν να λειτουργήσουν σαν εκείνο το ραβδί που συντρίβει το άνθος. Κάποια στιγμή, σχεδόν όλοι έρχονται αντιμέτωποι με μια εμπειρία που διαλύει τον προηγούμενο εαυτό τους.
Η φιλοσοφία έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να συμφιλιωθεί με αυτή τη συνθήκη. Ο Κικέρων έγραφε ότι ολόκληρη η φιλοσοφία δεν είναι παρά προετοιμασία για τον θάνατο. Στον βουδισμό, η γήρανση, η ασθένεια και ο θάνατος παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες πραγματικότητες της ύπαρξης. Το περίφημο memento mori των Στωικών δεν λειτουργεί ως σκοτεινή υπενθύμιση απαισιοδοξίας, αλλά ως προσπάθεια απελευθέρωσης: όταν αποδεχθεί κανείς ότι όλα τελειώνουν, παύει να ζει κυνηγημένος από τον φόβο της απώλειας.
Ωστόσο, ο νάρκισσος μοιάζει να προτείνει κάτι ακόμη πιο ριζοσπαστικό. Όχι απλώς την αποδοχή του τέλους, αλλά την αξιοποίησή του.
Κάθε χρόνο το λουλούδι «πεθαίνει». Τα πέταλα καφετιάζουν, ο βλαστός λυγίζει, το φυτό εξαφανίζεται από το τοπίο. Όμως ο πραγματικός οργανισμός παραμένει ζωντανός κάτω από τη γη, μέσα στον βολβό του. Εκεί συγκεντρώνει ενέργεια, προστατεύει τον πυρήνα του και περιμένει την επόμενη εποχή. Δεν σπαταλά δυνάμεις προσπαθώντας να διατηρήσει το κατεστραμμένο του σώμα. Αποδέχεται την απώλεια και επενδύει στην επιστροφή.
Η εικόνα αυτή αποκτά σχεδόν υπαρξιακή διάσταση όταν μεταφερθεί στον άνθρωπο. Υπάρχουν στιγμές που η επιβίωση δεν απαιτεί να διατηρηθεί άθικτος ο παλιός «εαυτός», αλλά να εγκαταλειφθεί. Να τελειώσει μια εκδοχή της ζωής, ώστε να γίνει δυνατή μια άλλη.
Αυτή η ιδέα βρίσκεται κοντά σε όσα υποστήριξε ο φιλόσοφος Γκάλεν Στρόουσον με τη θεωρία του «επεισοδισμού». Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η ανθρώπινη ζωή δεν αποτελεί απαραίτητα μια ενιαία αφήγηση με συνεχή γραμμή από την αρχή έως το τέλος. Ο άνθρωπος δεν είναι υποχρεωτικά ο ίδιος πρωταγωνιστής σε κάθε φάση της ύπαρξής του. Η ζωή μπορεί να αποτελείται από διαδοχικές εκδοχές εαυτού, επεισόδια που συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, χωρίς έναν αμετάβλητο πυρήνα.
Η σκέψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη ρομαντική ανάγκη να βλέπει κανείς τη ζωή ως συνεκτικό μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι, αν κοιτάξουν ειλικρινά προς τα πίσω, θα αναγνωρίσουν ότι υπήρξαν πολλές διαφορετικές μορφές ύπαρξής τους μέσα στην ίδια βιολογική ζωή. Άλλες επιθυμίες, άλλοι φόβοι, άλλες αξίες, άλλες βεβαιότητες.
Η μεταμόρφωση δεν είναι απλή αλλαγή. Είναι ανακατασκευή. Κάποιες φορές συμβαίνει βίαια και ξαφνικά, άλλες αθόρυβα, μέσα από μια αργή «διαχείμαση» -ξεχειμώνιασμα- της ψυχής. Και σχεδόν πάντα προϋποθέτει μια μορφή πένθους: το τέλος εκείνου που κάποτε υπήρξε κάποιος.
Ο νάρκισσος δεν νικά τον κόσμο. Δεν εξουδετερώνει την απειλή. Δεν γίνεται πιο σκληρός. Επιβιώνει επειδή γνωρίζει πώς να επιστρέφει. Η δύναμή του βρίσκεται στην ικανότητα να εγκαταλείπει προσωρινά τη μορφή του χωρίς να χάνει τον πυρήνα της ζωής του.
Ωριμότητα δεν σημαίνει να μένει κανείς απαράλλακτος απέναντι στον χρόνο και στις συμφορές, αλλά να επιτρέπει στον εαυτό του να μεταμορφώνεται όταν η παλιά του μορφή δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει.
Χρειαζόμαστε αυτή την υπόγεια επιμονή κάποιων λουλουδιών, που ξέρουν να χάνονται τον χειμώνα, χωρίς να φοβούνται την άνοιξη.