Υπάρχει εκείνη η στιγμή που βυθίζεσαι σε ένα βιβλίο και ο κόσμος γύρω σου χαμηλώνει την ένταση. Οι ώμοι πέφτουν, η αναπνοή βαθαίνει, ο εσωτερικός μονόλογος σιγεί. Δεν πρόκειται απλώς για ψυχαγωγία. Κάτι πιο θεμελιώδες συμβαίνει στο σώμα.
Σε μια εποχή συνεχών ειδοποιήσεων και διάσπασης της προσοχής, η ανάγνωση λειτουργεί σχεδόν σαν αντίδοτο. Και αυτό δεν είναι μεταφορά. Είναι νευροβιολογία.
Η γραφή εμφανίστηκε μόλις πριν από περίπου 5.000 χρόνια - ελάχιστος χρόνος σε εξελικτική κλίμακα. Ο εγκέφαλός μας δεν πρόλαβε να αναπτύξει «ειδικό» όργανο για το διάβασμα. Αντί γι’ αυτό, επαναχρησιμοποίησε κυκλώματα που υπήρχαν ήδη. Ο νευροεπιστήμονας Stanislas Dehaene περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως «υπόθεση της νευρωνικής ανακύκλωσης»: τα δίκτυα που κάποτε μας βοηθούσαν να διαβάζουμε ίχνη στο χώμα ή σημάδια κινδύνου στο τοπίο, σήμερα αποκωδικοποιούν γράμματα και λέξεις.
Όταν διαβάζουμε, το οπτικό σύστημα αναγνωρίζει σχήματα γραμμάτων και τα μετατρέπει σε λέξεις. Τα γλωσσικά δίκτυα συνδέουν αυτές τις λέξεις με έννοιες αποθηκευμένες στη μνήμη. Τα συστήματα προσοχής κρατούν τη ροή της αφήγησης συνεκτική. Η μνήμη εργασίας ενσωματώνει νέες πληροφορίες σε όσα ήδη γνωρίζεις.
Δεν πρόκειται για παθητική δραστηριότητα. Είναι μια συγχρονισμένη «ορχήστρα» περιοχών του εγκεφάλου.
Και αυτή η ορχήστρα αλλάζει τον τόνο ολόκληρου του νευρικού μας συστήματος.
Από «μάχη ή φυγή» σε «ανάπαυση και πέψη»
Η καθημερινή ψηφιακή εμπειρία απαιτεί κατακερματισμένη προσοχή: ειδοποιήσεις, εναλλαγή παραθύρων, πολλαπλά ερεθίσματα. Το σώμα ανταποκρίνεται συχνά με ενεργοποίηση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, της κατάστασης «μάχη ή φυγή».
Η ανάγνωση, αντίθετα, ζητά παρατεταμένη συγκέντρωση σε μία μόνο ροή πληροφορίας. Αυτή η εστίαση μετατοπίζει σταδιακά την ισορροπία προς το παρασυμπαθητικό σύστημα, τη βιολογική λειτουργία «ανάπαυση και πέψη».
Το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο:
- ο καρδιακός ρυθμός επιβραδύνεται,
- η αναπνοή γίνεται βαθύτερη και πιο σταθερή,
- η μυϊκή ένταση μειώνεται.
Το σώμα «διαβάζει» το βιβλίο μαζί με το μυαλό.
Όταν μάλιστα πρόκειται για λογοτεχνία, ενεργοποιείται κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Μελέτες νευροαπεικόνισης δείχνουν ότι η περιγραφή μιας εμπειρίας ενεργοποιεί περιοχές παρόμοιες με εκείνες που θα ενεργοποιούνταν αν τη ζούσες πραγματικά. Διαβάζεις για τρέξιμο σε δάσος; Ο κινητικός φλοιός ανταποκρίνεται. Περιγράφεται ο πόνος ενός χαρακτήρα; Ενεργοποιούνται δίκτυα ενσυναίσθησης.
Η ανάγνωση γίνεται μια μορφή «ενσώματης προσομοίωσης», ένα χαμηλού ρίσκου εργαστήριο ζωής.
Πώς αξιοποιούμε την ανάγνωση ως εργαλείο ρύθμισης
Η χαλαρωτική δράση των βιβλίων δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενο, αλλά και από τον τρόπο που τα εντάσσουμε στην καθημερινότητά μας. Σύφωνα με τη σχετική επιστημονική έρευνα, για να αξιοποιήσουμε πλήρως τα προαναφερόμενα θετικά αποτελέσματα, ο τρόπος είναι ο εξής:
- Διαβάζουμε "στρατηγικά": Η ανάγνωση πριν τον ύπνο βοηθά στη μείωση των ορμονών στρες και διευκολύνει τη μετάβαση στον ύπνο. Το σημαντικό είναι ο χρόνος: χρειάζονται λίγα λεπτά συνεχούς βύθισης για να αλλάξει ο βιολογικός ρυθμός.
- Επιλέγουμε ανάλογα με την ψυχική μας κατάσταση: Σε περίοδο έντονου άγχους, ένα απαιτητικό κείμενο μπορεί να εντείνει τη γνωστική κόπωση. Κάτι πιο ελαφρύ επιτρέπει στο νευρικό σύστημα να «κατεβάσει» ταχύτητα, πριν επανέλθουμε σε πιο σύνθετα αναγνώσματα.
- Δημιουργούμε τελετουργία: Ο ίδιος χώρος, η ίδια ώρα, ένα ζεστό ρόφημα πριν ανοίξουμε το βιβλίο. Οι επαναλαμβανόμενες συνθήκες λειτουργούν ως σήμα ασφάλειας για τον εγκέφαλο.
- Ακολουθούμε την περιέργεια, όχι την υποχρέωση: Η ρύθμιση προκύπτει από την απορρόφηση. Αν διαβάζουμε μηχανικά, το σώμα δεν «παραδίδεται». Αν κάτι δεν μας τραβά, το αλλάζουμε χωρίς ενοχές.
Η ανάγνωση είναι μία από τις πιο σύνθετες γνωστικές λειτουργίες που διαθέτουμε και ταυτόχρονα μία από τις πιο προσιτές. Σε έναν κόσμο υπερδιέγερσης, προσφέρει κάτι σπάνιο: δραστηριότητα που ενεργοποιεί τον εγκέφαλο, ενώ ηρεμεί το σώμα.
Όταν βυθιζόμαστε μέσα σε μια ιστορία, δεν είναι μόνο το μυαλό μας που ταξιδεύει. Είναι και το νευρικό μας σύστημα, που βρίσκει, έστω για λίγο, τον φυσικό του ρυθμό.