ΕΥΖην

Γιατί δυσκολευόμαστε να πετάξουμε πράγματα; Η Νευροεπιστήμη έχει απαντήσεις και λύσεις


Γιατί κρατάμε παλιά ρούχα, σχολικά τετράδια και αντικείμενα που δεν χρησιμοποιούμε εδώ και χρόνια; Η απάντηση δεν βρίσκεται πάντα στη συναισθηματική τους αξία, αλλά στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος. Η Νευροεπιστήμη εξηγεί γιατί ο αποχωρισμός μάς δυσκολεύει και προτείνει πρακτικές που μπορούν να κάνουν το ξεκαθάρισμα πιο εύκολο.

Ένα παλιό σχολικό τετράδιο, ένα ρούχο που δεν μας χωρά πια ή ένα αντικείμενο που παραμένει ξεχασμένο σε ένα ντουλάπι μπορεί να μοιάζει εντελώς άχρηστο και απλώς να καταλαμβάνει χώρο, αλλά να αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο να το αποχωριστούμε. Ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται να το χρησιμοποιήσουμε ξανά, η απόφαση να το πετάξουμε προκαλεί δισταγμό. Αυτό που φαίνεται σαν μια απλή διαδικασία τακτοποίησης, μπορεί στην πραγματικότητα να συνδέεται με βαθύτερους μηχανισμούς του εγκεφάλου.

Η δυσκολία δεν είναι απαραίτητα ένδειξη παράλογης συμπεριφοράς. Όπως εξηγεί η Νευροεπιστήμη, τα εγκεφαλικά συστήματα που συμμετέχουν στην αξιολόγηση της αξίας ενός αντικειμένου επικαλύπτονται με εκείνα που επεξεργάζονται την αίσθηση του εαυτού. Έτσι, κάτι που μας ανήκει μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη αξία απλώς και μόνο επειδή αποτελεί μέρος της προσωπικής μας ιστορίας. Δεν κρατάμε, επομένως, μόνο ένα παλιό τετράδιο ή ένα ξεπερασμένο αντικείμενο, αλλά ενδεχομένως και μια σύνδεση με το παρελθόν μας.

Το φαινόμενο έχει καταγραφεί και σε πειραματικές μελέτες. Όταν οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να τοποθετήσουν αντικείμενα σε ένα καλάθι που προοριζόταν για τους ίδιους ή σε ένα άλλο που ανήκε σε κάποιον διαφορετικό, η τοποθέτηση στο δικό τους καλάθι ενεργοποίησε περισσότερο περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την προσωπική συνάφεια. Αργότερα, οι συμμετέχοντες θυμούνταν και προτιμούσαν περισσότερο τα αντικείμενα που είχαν συνδέσει με τον εαυτό τους. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί ένα αντικείμενο που αντικειμενικά δεν έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα μπορεί να αποκτά δυσανάλογη συναισθηματική βαρύτητα.

Μια απώλεια που μοιάζει μεγαλύτερη από την πραγματική

Ένας ακόμη μηχανισμός που δυσκολεύει τον αποχωρισμό είναι η αποστροφή προς την απώλεια. Συχνά, η δυσφορία που αισθανόμαστε όταν χάνουμε κάτι, είναι μεγαλύτερη από την ευχαρίστηση που θα μας έδινε η απόκτηση ενός αντίστοιχου αντικειμένου. Η ψυχολογική αυτή τάση μπορεί να μας κάνει να κρατάμε οικογενειακά κειμήλια, παλιά ρούχα ή δεκάδες κούπες που έχουν συσσωρευτεί στα ντουλάπια, ακόμη κι όταν δεν εξυπηρετούν κάποια ανάγκη.

Έρευνες που εξέτασαν τις αποφάσεις αγοράς και πώλησης έδειξαν ότι όσοι δυσκολεύονταν περισσότερο να αποχωριστούν τα αντικείμενά τους, εμφάνιζαν εντονότερη δραστηριότητα σε εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με τον πόνο, τον κίνδυνο και την προσοχή. Η απόφαση να πετάξουμε κάτι, λοιπόν, δεν αντιμετωπίζεται πάντοτε ως μια ουδέτερη πρακτική ενέργεια. Μπορεί να ενεργοποιεί μηχανισμούς που συνδέονται με την απειλή μιας απώλειας, ακόμη κι όταν αυτό που χάνουμε έχει ελάχιστη πρακτική αξία.

Παράλληλα, τα αντικείμενα λειτουργούν συχνά ως ερεθίσματα που επαναφέρουν αναμνήσεις. Ένα καπέλο που φορούσαμε παλιότερα, μια κούκλα ή ένα παλιό σημειωματάριο μπορεί να μας μεταφέρει νοητικά σε μια διαφορετική περίοδο της ζωής μας. Μελέτες απεικόνισης του εγκεφάλου υποδεικνύουν ότι οι παλαιότερες εκδοχές του εαυτού μας μπορεί να αναπαρίστανται στη μνήμη με τρόπο συμπιεσμένο, σαν εικόνες που χάνουν σταδιακά τη λεπτομέρειά τους όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από αυτές. Ένα γνώριμο αντικείμενο μπορεί να αναζωπυρώσει αυτή τη σύνδεση και να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στο ποιοι ήμασταν και στο ποιοι είμαστε σήμερα.

Η αλλαγή της ερώτησης που διευκολύνει τον αποχωρισμό

Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών μπορεί να βοηθήσει ώστε η διαδικασία της αποσυμφόρησης να γίνει λιγότερο επώδυνη. Μία από τις πρακτικές που προτείνονται είναι να αλλάξουμε το πλαίσιο μέσα από το οποίο αξιολογούμε ένα αντικείμενο. Αντί να αναρωτιόμαστε «θέλω να το κρατήσω;», μπορούμε να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα: «Θα το αγόραζα σήμερα;». Η διαφορά φαίνεται μικρή, αλλά αλλάζει τη βάση της απόφασης. Στην πρώτη περίπτωση, η σκέψη επικεντρώνεται σε κάτι που ήδη μας ανήκει και το οποίο αισθανόμαστε ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε. Στη δεύτερη, το αντικείμενο αντιμετωπίζεται ως μια νέα επιλογή, την οποία μπορούμε να αποδεχτούμε ή να απορρίψουμε με βάση τις σημερινές ανάγκες μας. Με αυτόν τον τρόπο, η προσοχή μετατοπίζεται από την απώλεια στην πραγματική χρησιμότητα και αξία.

Μια άλλη προσέγγιση είναι να εξετάζουμε τα αντικείμενα μέσα από την οπτική ενός τρίτου προσώπου. Η προσπάθεια να φανταστούμε πώς θα αντιδρούσε κάποιος άλλος μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά μας, καθώς μας βοηθά να απομακρυνθούμε προσωρινά από τη συναισθηματική φόρτιση της ιδιοκτησίας. Ένας σύντροφος ή ένας φίλος, για παράδειγμα, μπορεί να δει ένα παλιό αντικείμενο ως μια στοίβα χαρτιών που πιάνει χώρο, ενώ εμείς το αντιμετωπίζουμε ως κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας. Η διαφορετική οπτική δεν ακυρώνει τα συναισθήματά μας, αλλά μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε πιο καθαρά τι αξίζει πραγματικά να διατηρήσουμε.

Οι αναμνήσεις δεν χρειάζεται να καταλαμβάνουν χώρο

Μια ακόμη πρακτική λύση είναι η φωτογράφιση των αντικειμένων πριν από τον αποχωρισμό τους. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε φοιτητικές εστίες, οι αφίσες που ενθάρρυναν τους φοιτητές να δωρίσουν όσα δεν χρειάζονταν συνδυάστηκαν, σε ορισμένα δωμάτια, με την πρόταση να φωτογραφίσουν πρώτα τα αντικείμενα. Στους χώρους όπου υπήρχε και αυτή η προτροπή καταγράφηκαν 15% περισσότερες δωρεές.

Η φωτογραφία μπορεί να διατηρήσει την ανάμνηση, χωρίς να απαιτεί τη φυσική παρουσία του αντικειμένου. Έτσι, η επιλογή δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται ως δίλημμα ανάμεσα στη διατήρηση ενός αντικειμένου και στην απώλεια όσων συμβολίζει. Μπορούμε να κρατήσουμε την εικόνα, την ιστορία ή τη συναισθηματική σύνδεση και ταυτόχρονα να απελευθερώσουμε χώρο στην καθημερινότητά μας.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η κοινωνική υποστήριξη. Η επικοινωνία με φίλους, η ανταλλαγή εμπειριών και η θετική ανατροφοδότηση μπορούν να ενισχύσουν το κίνητρο και να κάνουν τη διαδικασία λιγότερο αγχωτική. Όταν κάποιος μοιράζεται την πρόοδό του ή λαμβάνει ενθάρρυνση από το περιβάλλον του, η προσπάθεια αποκτά ένα επιπλέον θετικό στοιχείο. Αντίστοιχα, το να βοηθάμε κάποιον άλλο να αποφασίσει τι θα κρατήσει και τι θα αποχωριστεί μπορεί να μας υπενθυμίσει τα κριτήρια που δυσκολευόμαστε να εφαρμόσουμε στις δικές μας αποφάσεις.

Πάντως, δεν «φταίει» μόνο ο τρόπος που λειτουργεί ο εγκέφαλός μας. Η διαρκής έκθεση σε στοχευμένες διαφημίσεις, οι εύκολες διαδικασίες ηλεκτρονικών αγορών και η μαζική παραγωγή φθηνών προϊόντων ευνοούν τη συσσώρευση περισσότερων αντικειμένων από όσα πραγματικά χρειαζόμαστε. Επομένως, για να αντιμετωπίσουμε την ακαταστασία δεν αρκεί μόνο να πετάξουμε πράγματα, αλλά χρειάζεται και να περιορίσουμε τις συνθήκες που μας ωθούν να αποκτούμε διαρκώς καινούργια πράγματα.

Ο στόχος δεν χρειάζεται να είναι ένα σπίτι χωρίς προσωπικά αντικείμενα, ούτε να απορρίψουμε καθετί που συνδέεται με το παρελθόν. Το σημαντικό είναι να κατανοήσουμε γιατί επιλέγουμε να κρατήσουμε κάτι και να κάνουμε αυτή την επιλογή πιο συνειδητά.

Διαβαστε επισης