ΕΥΖην

Δίκη για το "It Ends With Us": Εκτός η παρενόχληση, στο επίκεντρο τα "αντίποινα"


Αναδιαμορφώνοντας πλήρως το τοπίο της υπόθεσης γύρω από την ταινία "It Ends With Us" (Τελειώνει με Εμάς), ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε να περιορίσει σημαντικά το εύρος των αξιώσεων που είχε καταθέσει η Μπλέικ Λάιβλι κατά του σκηνοθέτη και συμπρωταγωνιστή της Τζάστιν Μπαλντόνι.

Η απόφαση ανοίγει τον δρόμο για δίκη, η οποία έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει τον Μάιο, ωστόσο απορρίπτει το μεγαλύτερο μέρος των κατηγοριών της ηθοποιού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για σεξουαλική παρενόχληση, δυσφήμιση και συνωμοσία.

Έτσι, το επίκεντρο της υπόθεσης μετατοπίζεται πλέον σε πιο «τεχνικές», αλλά εξίσου κρίσιμες, πτυχές: την παραβίαση συμβολαίων και τις καταγγελίες περί αντιποίνων.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω των πρωταγωνιστών της, αλλά και εξαιτίας των δύο αντικρουόμενων αφηγήσεων που αναμένεται να συγκρουστούν ενώπιον ενόρκων.

Από τη μία πλευρά, η αφήγηση της Λάιβλι περιγράφει ένα περιβάλλον εργασίας στο οποίο φέρεται να υπήρξε παρενόχληση και στη συνέχεια οργανωμένη επικοινωνιακή επίθεση εναντίον της, όταν επέλεξε να μιλήσει δημόσια.

Από την άλλη, η πλευρά του Μπαλντόνι προβάλλει την εικόνα μιας σταρ πρώτης γραμμής, υποστηριζόμενης από ισχυρά πρόσωπα της βιομηχανίας – μεταξύ αυτών ο σύζυγός της, Ράιαν Ρέινολντς και η στενή της φίλη Τέιλορ Σουίφτ, την οποία κατηγορεί ότι επιχείρησε να αποσπάσει τον δημιουργικό έλεγχο του project και να πλήξει τη φήμη του σκηνοθέτη.

Παρότι η κατηγορία της σεξουαλικής παρενόχλησης δεν θα εξεταστεί από το δικαστήριο, η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο προβληματικών ενεργειών εκ μέρους της πλευράς του Μπαλντόνι μετά τις καταγγελίες. Ο δικαστής Λιούις Λίμαν σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «ορισμένες συμπεριφορές ενδέχεται να ξεπέρασαν τα όρια», υπογραμμίζοντας ότι η υπεράσπιση της φήμης ενός κατηγορούμενου έχει σαφή όρια, πέρα από τα οποία μπορεί να εκληφθεί ως αντίποινα.

Στο επίκεντρο της δίκης θα βρεθούν πλέον ισχυρισμοί ότι η εταιρεία παραγωγής Wayfarer, που συνδέεται με τον Μπαλντόνι, καθώς και συνεργαζόμενα γραφεία δημοσίων σχέσεων, προχώρησαν σε ενέργειες με στόχο την υπονόμευση της εικόνας της Λάιβλι. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, υπάρχουν ενδείξεις ότι εξετάστηκαν – και ενδεχομένως υλοποιήθηκαν – επιθετικές επικοινωνιακές στρατηγικές, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης αρνητικού περιεχομένου για την ηθοποιό.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και σε εσωτερικές επικοινωνίες στελεχών, όπου φέρεται να διατυπώθηκαν ακραίες εκφράσεις σχετικά με την «εξουδετέρωση» της άλλης πλευράς, στοιχείο που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση των ενόρκων ως προς το αν υπήρξε οργανωμένη εκστρατεία αντιποίνων.

Η απόρριψη της κατηγορίας για σεξουαλική παρενόχληση βασίστηκε κυρίως σε νομικές αδυναμίες της αγωγής, με το δικαστήριο να επισημαίνει ότι δεν προσδιορίστηκε επαρκώς το πλαίσιο και οι όροι της φερόμενης συμφωνίας που παραβιάστηκε. Όπως αναφέρεται, η ενάγουσα δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει με σαφήνεια «πότε και υπό ποιους όρους» υπήρξε σχετική συμφωνία.

Από την πλευρά της Λάιβλι, η νομική της εκπροσώπηση επιμένει ότι η ουσία της υπόθεσης παραμένει αναλλοίωτη, εστιάζοντας στην «καταστροφική αντεκδίκηση» που, όπως υποστηρίζει, υπέστη η ηθοποιός, επειδή μίλησε για ζητήματα ασφάλειας στο πλατό.

Αντίθετα, οι δικηγόροι του Μπαλντόνι τονίζουν ότι η απόφαση οδηγεί σε μία «σημαντικά περιορισμένη» υπόθεση, απαλλάσσοντας τον πελάτη τους από τις πιο σοβαρές κατηγορίες.

Σε επίπεδο βιομηχανίας, από τη στιγμή που τα αφηγήματα των δύο πλευρών διαμορφώνονται τόσο στα δικαστήρια, όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η συγκεκριμένη δίκη δεν αφορά μόνο ένα κινηματογραφικό project, αλλά και τα όρια μεταξύ υπεράσπισης και επίθεσης στην εποχή της «επικοινωνιακής ισχύος».

Η τελική ετυμηγορία, πέρα από τις νομικές της συνέπειες, αναμένεται να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς, για το πώς η βιομηχανία του θεάματος διαχειρίζεται καταγγελίες, κρίσεις και τη λεπτή ισορροπία μεταξύ προσωπικής φήμης και συλλογικής ευθύνης.

Διαβαστε επισης