Με Άποψη

Ευρωτουρκικές σχέσεις και ελληνική σκοπιά


Οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας ήταν –και παραμένουν– δύσκολες από την πρώτη μέρα που η Τουρκία υπέβαλε αίτημα ένταξης στην (τότε) ΕΟΚ το 1959. Η ανάδειξη του Ερντογάν στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας έδωσε στην αρχή νέα ώθηση στις ευρωτουρκικές σχέσεις και δημιούργησε ελπίδες για μια πραγματικά δημοκρατική Τουρκία, που όμως σύντομα διαψεύσθηκαν.

Σήμερα, μετά και το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, οι ευρωτουρκικές σχέσεις διανύουν μία ακόμη πολύ δύσκολη περίοδο. Η Ελλάδα –ορθά– συνεχίζει να υποστηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, καθώς τυχόν διακοπή των ευρωτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε όξυνση της τουρκικής επιθετικότητας έναντι της Ελλάδας, σε όλα τα επίπεδα, με πρώτο θύμα τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για τη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Στη Σύνοδο Κορυφής του Οκτωβρίου οι ηγέτες της ΕΕ, παρά τη σκλήρυνση της στάσης αρκετών κρατών-μελών, απέφυγαν τη ρήξη των σχέσεων, διατηρώντας στάση αναμονής.

Κατά καιρούς πολλοί αναλυτές αμφισβήτησαν την ειλικρινή επιθυμία της ίδιας της Τουρκίας να καταστεί πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για εσωτερικούς κυρίως λόγους. Σήμερα, τυπικά, η προοπτική της πλήρους ένταξης στην ΕΕ παραμένει στο τραπέζι, αλλά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 οι ευρωτουρκικές σχέσεις βρίσκονται στο κρισιμότερο σημείο τους. Πολλά κράτη-μέλη, με πρώτη τη Γερμανία, έχουν σκληρύνει τη στάση τους και ζητούν ακόμη και τη διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, γεγονός που θα αποτελούσε ένα πολύ σοβαρό πισωγύρισμα στις σχέσεις των δύο πλευρών. Η νέα κυβέρνηση της Αυστρίας αλλά και η κεντροδεξιά κυβέρνηση της Δανίας έχουν ζητήσει ανοικτά τη διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ενώ η Γερμανία τάσσεται υπέρ της μείωσης των προενταξιακών παροχών της ΕΕ προς την Τουρκία

Κοινή διαπίστωση όλων είναι ότι η Τουρκία έχει απομακρυνθεί ουσιωδώς από τις δημοκρατικές αξίες και τις αρχές του κράτους δικαίου, παρότι στην πράξη ουδέποτε σεβόταν πλήρως αυτές τις αρχές. Το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό και σχετίζεται και με τον περιφερειακό ρόλο και τις συμμαχίες της Τουρκίας. Θετικό πάντως είναι το γεγονός ότι αρκετές χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας του Ε. Μακρόν, αντιτίθενται στη διάρρηξη των σχέσεων με την Τουρκία. 

Σε αυτή τη συγκυρία, εκείνο που πάση θυσία θέλουν τόσο η ΕΕ όσο και η Ελλάδα είναι η διατήρηση της συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας για τη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Για τον λόγο αυτό, η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να υποστηρίξει τη συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη γείτονα χώρα.

Πέραν αυτού, η χώρα μας βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο, ενώ ανοικτό παραμένει το Κυπριακό, την επίλυση του οποίου η Ελλάδα έχει συνδέσει και με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Η Ευρώπη δεν θα πρέπει να απομονώσει πολιτικά τον Ερντογάν, ούτε να εγκαταλείψει το φιλοδυτικό/φιλοευρωπαϊκό τμήμα του τουρκικού πληθυσμού, που αντιτίθεται στη σταδιακή ισλαμοποίηση της χώρας, παρότι σε αυτό κατατάσσονται και οι κεμαλιστές, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αυτό που σίγουρα πρέπει να αποφύγει η Ελλάδα είναι η δημιουργία μιας ειδικής σχέσης ΕΕ – Τουρκίας, η οποία θα στερούσε από τη γείτονα χώρα κάθε ενταξιακή προοπτική και θα την καθιστούσε επιθετικότερη και πιο αδιάλλακτη απέναντι στην Ελλάδα.      

Στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής (Οκτώβριος 2017) οι ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΕ απέφυγαν τη ρήξη με την Τουρκία και συμφώνησαν να συνεχιστούν οι συζητήσεις εντός της ΕΕ, ανάλογα και με τις εξελίξεις στη γείτονα χώρα. Εκτός απροόπτου, αυτή η κατάσταση σχετικής αβεβαιότητας θα συνεχιστεί για καιρό. Η σθεναρή υποστήριξη της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας είναι όμως μονόδρομος για την Ελλάδα.

* Το ΕΝΑ είναι ένα ανεξάρτητο, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ερευνητικό κέντρο. Αποτελεί ένα βήμα ελεύθερου διαλόγου και ένα χώρο δημιουργίας και διάδοσης εναλλακτικών ιδεών με τελικό στόχο το μετασχηματισμό τους σε εφαρμόσιμες θεωρίες και πολιτικές τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.