Επιχειρήσεις

Ευοίωνα σημάδια στις κατασκευές, παραμένει «δέλεαρ» το εξωτερικό


Ευοίωνα είναι τα σημάδια πλέον για τον κατασκευαστικό κλάδο που έχει βιώσει κατά αντικειμενική ομολογία σε πολύ μεγάλο βαθμό της συνέπειες της οικονομικής κρίσης.

Η ανάπτυξη του κλάδου μάλιστα στη χώρα μας αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, κρίσιμη παράμετρο για την συνολική ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Deloitte, κατεγράφη ισχνή άνοδος 2% στις ετήσιες πωλήσεις ενώ η κεφαλαιοποίηση της αγοράς αναπτύχθηκε σε ποσοστό 78%, καθώς από τα 442 εκατομμύρια ευρώ το 2016, αυξήθηκε στα 785 εκατομμύρια ευρώ το 2017.

Οι κορυφαίες ελληνικές εταιρείες

Στις κορυφαίες 100 εταιρείες του κλάδου συμπεριλαμβάνονται και 3 ελληνικές, καθώς στην 81η θέση βρίσκεται η Ελλάκτωρ, στην 91η η ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ και στην 98η η JP-AVAX.

Ο ανταγωνισμός στον κλάδο διατήρησε τα περιθώρια σε χαμηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια, αλλά οι δείκτες καθαρού δανεισμού συνέχισαν να μειώνονται το 2017.

Παράλληλα οι μέσες αποδόσεις των μερισμάτων και η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων παρουσίασαν αύξηση. Σε γενικές γραμμές, η οικονομική κατάσταση των εταιρειών αυτών βελτιώνεται διαρκώς. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία, οι γνωστές κατασκευαστικές εταιρείες συνεχίζουν να επιδιώκουν το άνοιγμα τους σε ξένες αγορές.

Οι εγχώριες ιδιωτικές πρωτοβουλίες - Επενδυτικά ακίνητα ως επί τω πλείστον

Είναι γεγονός πως η απλή κατασκευή ακινήτου (οικοδομή) για πρώτη/μόνιμη κατοικία δεν λειτουργεί με όρους περασμένων δεκαετιών. Πλέον η δραστηριότητα έχει ως αποκλειστικό γνώμονα την επένδυση και τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει.

Γνωστό στέλεχος της αγοράς μιλώντας στο sofokleousin.gr επισημαίνει ενδεικτικά τους βασικούς λόγους που έδωσαν ώθηση στις κατασκευές το τελευταίο διάστημα. 

Αρχικά, ο τουρισμός αποτελεί θεμέλιο λίθο τόσο για την εγχώριο κλάδο όσο και για την οικονομία, πόσο μάλλον όταν οι αποδόσεις από τις ενοικιάσεις πλησιάζουν ακόμα και το 10% σε top προορισμούς.

Ως εκ τούτου θεωρείται δεδομένη η προσπάθεια επενδυτών να εντάξουν ξενοδοχεία κλπ στα χαρτοφυλάκια τους μέσω εξαγοράς ή νέας κατασκευής.

Σε αυτό έχει συντελέσει και η αναβάθμιση των υποδομών σε διάφορα σημεία της χώρας, όπως π.χ το αεροδρόμιο της Πάρου ή ο οδικός άξονας στην Δυτική Ελλάδα.

Κατά τα λοιπά, ο φόρος μεταβίβασης παραμένει χαμηλός στο 3%, ενώ δεν ήταν αμελητέο και το πάγωμα του φόρου υπεραξίας - τουλάχιστον μέχρι την 1/1/2019. Σε γενικές γραμμές, η αισιοδοξία παραγόντων της αγοράς είναι ορατή, προσβλέποντας σε περαιτέρω άνοδο της δραστηριότητας. 

Η μεγάλη εικόνα παγκοσμίως

Αναφορικά με τον παγκόσμιο κατασκευαστικό κλάδο, σύμφωνα με την Deloitte, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν εταιρείες πλέον από την Κίνα όσον αφορά τα έσοδα, ενώ και άλλες ασιατικές επιχειρήσεις, κυρίως από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, μαζί με εταιρείες από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και την Ισπανία, έχουν σημαντική παρουσία στην κατάταξη του κλάδου.

Η κυριαρχία των κινεζικών εταιρειών οφείλεται κυρίως στο μέγεθος της κατασκευαστικής αγοράς της Κίνας, καθώς τα ποσοστά των διεθνών πωλήσεων των ασιατικών επιχειρήσεων παρουσιάζονται αρκετά χαμηλότερα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες εταιρείες του κλάδου. Οι ευρωπαϊκές κατασκευαστικές εταιρείες εμφανίζονται ως οι ισχυρότερες στις διεθνείς αγορές, καθώς η λίστα των κορυφαίων 10 εταιρειών στις διεθνείς πωλήσεις του κατασκευαστικού κλάδου περιέχει 6 επιχειρήσεις από την Ευρώπη.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα της Deloitte, οι βασικοί οικονομικοί δείκτες των 30 κατασκευαστικών εταιρειών καταδεικνύουν την ανάγκη των επιχειρήσεων να διαφοροποιηθούν σε μια έντονα ανταγωνιστική αγορά:

  • Κορυφαίες εταιρείες: Οι 28 από τις 30 κορυφαίες εταιρείες αύξησαν τα συνολικά τους έσοδα το 2017, ενώ 21 εταιρείες κατέγραψαν αύξηση της κεφαλαιοποίησης της αγοράς τους. Με βάση τη γεωγραφική τους τοποθεσία, οι μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες βρίσκονται στην Κίνα, σε ποσοστό 40% των συνολικών εσόδων του κλάδου, ενώ ακολουθούν η Ευρώπη με 27%, η Ιαπωνία με 14%, οι ΗΠΑ με 8% και η Νότιος Κορέα με 6%.
  • Ανάπτυξη της κεφαλαιοποίηση της αγοράς: Η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς των κορυφαίων 30 εταιρειών στο τέλος του 2017 ανήλθε στα 381 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσοστό 3% υψηλότερο από το 2016 και 50% υψηλότερο από όταν άρχισε η οικονομική κρίση το 2007. Παρά το γεγονός ότι η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς αυξήθηκε το 2017, οι επιδόσεις δεν είναι ίδιες σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές. Οι κινεζικές εταιρείες εμφάνισαν μείωση της τάξεως του 26% στην αγοραία αξία τους, ενώ η κεφαλαιοποίηση της αγοράς των αμερικάνικων και ευρωπαϊκών εταιρειών αυξήθηκε κατά 25% και 24% αντίστοιχα.
  • Διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου: Πολλές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό κλάδο, επιχειρούν τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου των υπηρεσιών που παρέχουν με στόχο την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης και την αύξηση των τυπικά στενών περιθωρίων των κατασκευαστικών έργων. Το 2017, οι 30 κορυφαίες κατασκευαστικές εταιρείες παρουσίασαν 23% αύξηση εσόδων, που προήλθαν από έξω-κατασκευαστικές δραστηριότητες. Η ανάπτυξη ακινήτων, καθώς και οι βιομηχανικές υπηρεσίες και εκχωρήσεις, ήταν οι πιο κοινές στρατηγικές διαφοροποίησης των κατασκευαστικών εταιρειών.
  • Διεθνοποίηση : Οι κορυφαίες κατασκευαστικές εταιρείες και των πέντε ηπείρων αναζητούν διαρκώς ευκαιρίες ανάπτυξης στο εξωτερικό. Το 2017, οι 30 κορυφαίες επιχειρήσεις του κλάδου παρουσίασαν αύξηση των εσόδων τους, σε ποσοστό 23%, σε αγορές εκτός της τοπικής αγοράς που δραστηριοποιούνται. Ωστόσο, οι στρατηγικές διεθνούς ανάπτυξης παρουσιάζουν επιπλέον κινδύνους, οι οποίοι υπό προϋποθέσεις μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στα περιθώρια ανάπτυξης των κατασκευαστικών εταιρειών, καθώς και στις ταμειακές ροές που προκύπτουν από τις λειτουργικές δραστηριότητες. Με βάση την ανάλυση του εύρους διεθνοποίησης και των περιθωρίων των κατασκευαστικών εταιρειών που επιτεύχθηκαν από τις 30 μεγαλύτερες εταιρείες, υπάρχει αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ των δύο αριθμών: οι περισσότερες από τις εταιρείες των οποίων σημαντικό μέρος των πωλήσεων προέρχεται από κατασκευαστικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό, εμφάνισαν λιγότερα κέρδη το 2017 από ότι οι εταιρείες που επικεντρώνονταν κυρίως στις εγχώριες αγορές τους.