Τράπεζες

Eurobank: Συγκεκριμένοι κλάδοι μειώνουν την ανεργία


Ο μέσος όρος – 12 μηνών ή 4 τριμήνων – του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα μειώθηκε για συνεχή χρονιά το 2018, καθώς διαμορφώθηκε στο 19,3% από 21,5% το 2017.

Ειδικότερα, η Eurobank τονίζει στο δελτίο της για την οικονομία πως σε σύγκριση με το ιστορικό υψηλό του 2013, ήτοι 27,5%, ο λόγος των ανέργων ως προς το εργατικό δυναμικό σημείωσε πτώση -8,2 ποσοστιαίες μονάδες (ΠΜ). Επιπρόσθετα, ο ρυθμός μείωσης του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα κατέγραψε μικρή επιτάχυνση τα δύο τελευταία χρόνια, γεγονός το οποίο συνδέεται σε έναν βαθμό με την αύξηση του πραγματικού ρυθμού μεγέθυνσης.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν, 1ον ότι τον Δεκέμβριο 2018 – τελευταία διαθέσιμη παρατήρηση σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ – το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα ήταν στο 18,0% του εργατικού δυναμικού και 2ον ότι για το 2019 δεν προβλέπεται επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ, τότε, το σενάριο για μείωση του μέσου ποσοστού ανεργίας το 2019 σε επίπεδα κάτω του 18,0%, συγκεντρώνει υψηλές πιθανότητες.

Η μείωση του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα, συνοδεύτηκε από ενίσχυση του αριθμού των απασχολουμένων, πτώση του αριθμού των ανέργων και συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού.

Συγκεκριμένα, η αύξηση της απασχόλησης επιβραδύνθηκε στο 2,0% ή 75,4 χιλ άτομα από 2,2% ή 79,1 χιλ άτομα το 2017 ενώ η μείωση της ανεργίας επιταχύνθηκε στο -10,9% ή -112,0 χιλ άτομα από -9,2% ή -103,9 χιλ άτομα το 2017. Βάσει των προαναφερθέντων μεταβολών, το εργατικό δυναμικό συρρικνώθηκε κατά -0,8% ή -36,7 χιλ άτομα από -0,5% ή -24,8 χιλ άτομα το 2017. Η συνεχής μείωση του εργατικού δυναμικού και του πληθυσμού συνιστούν σημαντικό περιορισμό για την αύξηση της απασχόλησης μακροπρόθεσμα.

Ο αριθμός των απασχολούμενων στην ελληνική οικονομία, όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση, έπειτα από σωρευτικές απώλειες της τάξης του -23,8% ή -1.097,3 χιλ άτομα την πενταετία 2008-2013 (το 2009 ήταν ο 1ος χρόνος μείωσης της απασχόλησης μέσα στην κρίση), ακολουθεί συνεχή ανοδική πορεία τα τελευταία 5 χρόνια. Αναλυτικά, η σωρευτική αύξηση της απασχόλησης την περίοδο 2013-2018 ανήλθε στο 9,0% ή 314,8 χιλ άτομα. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια της πενταετίας 2013-2018, ανακτήθηκε μόλις το 1/3 (28,7%) των απωλειών της κρίσης σε όρους απασχολούμενων ατόμων.

Επιπρόσθετα, οι ροές αύξησης της απασχόλησης ήταν διαρκώς μικρότερες από τις αντίστοιχες ροές μείωσης της ανεργίας και ως εκ τούτου το εργατικό δυναμικό συνέχισε την καθοδική του πορεία ασκώντας αρνητικές πιέσεις στις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με τη Eurobank, η ενίσχυση του αριθμού των απασχολουμένων την περίοδο 2013-2018 προήλθε κυρίως από τους κλάδους του τουρισμού, του δημοσίου, του εμπορίου και της μεταποίησης. Ακολούθησαν με σχετικά μικρότερη θετική συνεισφορά οι κλάδοι των διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων, της ενημέρωσης και επικοινωνίας, των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων και της μεταφοράς και αποθήκευσης. Στην αντίθετη κατεύθυνση (αρνητική συνεισφορά στη μεταβολή της απασχόλησης) κινήθηκαν οι κλάδοι των δραστηριοτήτων νοικοκυριών ως εργοδοτών, των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων, της γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας και των κατασκευών.

Είναι αναντίρρητα αποδεκτό, ότι η γενική εικόνα της αγοράς εργασίας αντανακλάται σε ένα διάνυσμα πολλών μεταβλητών. Επί παραδείγματι, μια ολοκληρωμένη ανάλυση για την αγορά εργασίας στην Ελλάδα – η οποία ωστόσο ξεφεύγει από τα όρια ανάλυσης του παρόντος δελτίου – θα πρέπει να περιλαμβάνει την παράθεση, επεξεργασία και ανάλυση στοιχείων για μια σειρά μεταβλητές, όπως το ποσοστό ανεργίας και η σύνθεσή του, η απασχόληση και η σύνθεσή της, οι πραγματικοί και ονομαστικοί μισθοί, η παραγωγικότητα της εργασίας, ο βαθμός διαπραγματευτικής δύναμης εργαζομένων και εργοδοτών, ο βαθμός προστασίας του κράτους προς τους εργαζομένου κ.α.

Τα τελευταία 5 χρόνια υπάρχουν σημάδια βελτίωσης στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα, ωστόσο αυτό δεν θα πρέπει να προκαλεί εφησυχασμό καθώς οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές τόσο στη βραχυχρόνια όσο και στη μακροχρόνια περίοδο.

Για παράδειγμα, παρά τη σωρευτική μείωση του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα κατά -8,2 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2013-2018, ο λόγος των ανέργων ως προς το εργατικό δυναμικό εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα (σπατάλη πόρων σε όρους υποεκμετάλλευσης του παραγωγικού συντελεστή της εργασίας) και να είναι μακράν – μαζί με αυτόν της Ισπανίας – ο μεγαλύτερος ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 28.

Τα στοιχεία για το 2018 είχαν ως ακολούθως:

  • Ελλάδα 19,3% (σωρευτική μεταβολή 2013-12018 -8,2 ΠΜ),
  • Ισπανία 15,3% (-10,8 ΠΜ),
  • Ιταλία* 11,2% (-0,9 ΠΜ),
  • Γαλλία 9,1% (-1,2 ΠΜ),
  • Κροατία 8,5% (-8,9 ΠΜ),
  • Κύπρος 8,4% (-7,5 ΠΜ),
  • Ευρωζώνη 8,2% (-3,8 ΠΜ),
  • Λετονία 7,4% (-4,5 ΠΜ),
  • Φινλανδία 7,4% (-0,8 ΠΜ),
  • ΕΕ-28 7,0% (-3,9 ΠΜ),
  • Πορτογαλία 7,0% (-9,4 ΠΜ),
  • Σλοβακία 6,6% (-7,6 ΠΜ),
  • Λιθουανία 6,3% (-5,5 ΠΜ),
  • Σουηδία 6,3% (-1,7 ΠΜ),
  • Βέλγιο 5,9% (-2,5 ΠΜ),
  • Εσθονία* 5,8% (-2,8 ΠΜ),
  • Ιρλανδία 5,8% (-8,0 ΠΜ),
  • Δανία* 5,7% (-1,3 ΠΜ),
  • Σλοβενία 5,4% (-4,7 ΠΜ),
  • Λουξεμβούργο 5,3% (-0,6 ΠΜ),
  • Βουλγαρία 5,2% (-7,8 ΠΜ),
  • Αυστρία 4,9% (-0,5 ΠΜ),
  • Ηνωμένο Βασίλειο 4,4% (-3,1 ΠΜ),
  • Ρουμανία 4,2% (-2,9 ΠΜ),
  • Πολωνία 3,9% (-6,4 ΠΜ),
  • Μάλτα 3,8% (-2,3 ΠΜ),
  • Ολλανδία 3,8% (-3,5 ΠΜ),
  • Ουγγαρία 3,7% (-6,5 ΠΜ),
  • Γερμανία 3,4% (-1,8 ΠΜ),
  • Τσεχία 2,2% (-4,8 ΠΜ).

Κλείνοντας, σημειώνεται ότι το υψηλό ποσοστό μακροχρόνια ανέργων, το υψηλό ποσοστό δομικής ανεργίας, η ισχνή παραγωγικότητα και η μείωση του εργατικού δυναμικού αποτελούν υπαρκτά προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας με αρνητικές συνέπειες για τον δυνητικό ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας.