Ενέργεια

Εθελουσία στη ΔΕΗ για 900 υπαλλήλους


Επιδιώκοντας  να περιορίσει περαιτέρω τις μισθολογικές δαπάνες και να βελτιώσει τα οικονομικά της αποτελέσματα, η ΔΕΗ προχωρά  σε νέες κινήσεις μείωσης του προσωπικού της: Θέτει σε εφαρμογή νέο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, όπου μπορούν να ενταχθούν 900 εργαζόμενοι στα λιγνιτορυχεία και στις λιγνιτικές ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες της Δυτικής Μακεδονίας.

Η αποχώρηση των 900 εργαζομένων θα αποφέρει στη ΔΕΗ ετήσιο όφελος 56 εκατ. ευρώ, από αντίστοιχη μείωση της δαπάνης για μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές.

Το πρόγραμμα που εγκρίθηκε από το ΔΣ της εταιρείας, αφορά εργαζόμενους με συμβάσεις αορίστου χρόνου όλων των  ειδικοτήτων, ηλικίας 55 ετών και άνω, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που συμπληρώνουν τα 55 χρόνια εντός τους τρέχοντος έτους.

Οι 900 που μπορούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα, απασχολούνται στις λιγνιτικές μονάδες και τα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, που πρόκειται να κλείσουν σταδιακά έως το 2023.
Όσοι αποχωρήσουν, δηλώνοντας συμμετοχή μέχρι τις 30 Ιουνίου, θα λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση (15.000 ευρώ) συν μπόνους 20.000 ευρώ.

Μείωση κόστους

Ξεχωριστά προγράμματα θα “τρέξουν” αργότερα για τους εργαζόμενους στους ΑΗΣ Μελίτης και Μεγαλόπολης, καθώς και για το διοικητικό προσωπικό.

Στόχος της διοίκησης της ΔΕΗ είναι η μείωση προσωπικού της εταιρείας και η περιστολή των συνολικών μισθολογικών και λειτουργικών δαπανών. Εάν προκύψουν ανάγκες προσωπικού μετά τα διαδοχικά προγράμματα εθελουσίας, θα καλυφθούν με προσλήψεις εργαζομένων που θα έχουν χαμηλότερες αμοιβές και δεν θα καλύπτονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ.

Η προσπάθεια περιστολής των πάσης φύσεως δαπανών έχει ήδη αποδώσει καρπούς, συμβάλλοντας στη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρείας και στην επάνοδο της σε κερδοφορία.

Στο πρώτο φετινό τρίμηνο η ΔΕΗ περιόρισε τις δαπάνες της κατά 167 εκατ. ευρώ. Παράλληλα αύξησε τα έσοδα της κατά 81 εκατ. ευρώ, παρά τη μειωμένη ζήτηση/κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος.

Οφελος 208 εκατ. ευρώ απεκόμισε από την προμήθεια καυσίμων (φυσικού αερίου, LNG και πετρελαίου) και την αγορά δικαιωμάτων διοξειδίου του άνθρακα με χαμηλότερο κόστος, καθώς υποχώρησαν οι διεθνείς τιμές.

Διαβάστε επίσης