Τράπεζες

Έρχεται η νέα «Γέφυρα» για επιδότηση σε στεγαστικά δάνεια


Οριστική είναι η απόφαση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη για ένα νέο πρόγραμμα «Γέφυρα», με το οποίο θα επιδοτηθούν οι δόσεις στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας, αλλά και επιχειρηματικών δανείων με ενέχυρο πρώτης κατοικίας, ώστε να καλυφθούν εν μέρει οι επιβαρύνσεις που έχει προκαλέσει η αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το θέμα αυτό ήταν μεταξύ αυτών που συζητήθηκαν μεταξύ του πρωθυπουργού και των επικεφαλής των τεσσάρων συστημικών τραπεζών στο περιθώριο του συνεδρίου για το Χρηματιστήριο, στο Λονδίνο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μάλιστα, έδωσε τη διαβεβαίωση, μιλώντας στη διάρκεια του συνεδρίου, ότι δεν θα επιβληθεί έκτακτος φόρος στα κέρδη των τραπεζών, όπως φέρεται να είχε προειδοποιήσει, την προηγούμενη εβδομάδα, τους τραπεζίτες ο Χρήστος Σταϊκόυρας, ασκώντας, με τον τρόπο αυτό, πίεση στις τράπεζες για να αποδεχθούν το ισπανικό μοντέλο στήριξης δανειοληπτών, το οποίο δεν περιλαμβάνει κρατικές επιδοτήσεις, αλλά αφήνει τον «λογαριασμό» στις τράπεζες.

Ο υπουργός Οικονομικών είχε επιδιώξει να αποφύγει το Δημόσιο το κόστος αυτών των επιδοτήσεων, δεδομένου ότι ο προϋπολογισμός του 2023 θα εκτελεσθεί σε συνθήκες μεγάλες αβεβαιότητας για τα κόστη της ενέργειας και με βέβαιη την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ έχει προβλεφθεί ένα αποθεματικό 1 δισ. ευρώ για έκτακτες ανάγκες, που θα μπορούσε εύκολα να εξαντληθεί από την άνοιξη και μετά, αν αυξηθούν απότομα, όπως πολλοί προβλέπουν, οι τιμές του φυσικού αερίου και του ρεύματος.

Ο πρωθυπουργός φέρεται να έχει οριστικοποιήσει την απόφασή του να μην εφαρμοσθεί το ισπανικό μοντέλο για στήριξη των δανειοληπτών με διευκολύνσεις από τις τράπεζες, αλλά να εγκρίνει μια δαπάνη 100 - 200 εκατ. ευρώ για ένα νέο πρόγραμμα «Γέφυρα», το οποίο είχαν υποστηρίξει οι τραπεζίτες. Το Μαξίμου αποδέχεται την επιχειρηματολογία των τραπεζών ότι θα ήταν επιζήμιο για την επενδυτική εμπιστοσύνη στις τράπεζες, σε αυτή τη μεταβατική περίοδο όπου αρχίζουν να εμφανίζουν κέρδη και να προσελκύουν ξένους επενδυτές, εάν επιβαρύνονταν με απρόβλεπτα κόστη στήριξης των δανειοληπτών.

Το νέο πρόγραμμα «Γέφυρα» θα πρέπει να συζητηθεί και με τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών Θεσμών, που ήδη έχουν διατυπώσει τις ανησυχίες τους, στην πρώτη μεταμνημονιακή έκθεση εποπτείας, για το μεγάλο ύψος των οριζόντιων επιδοτήσεων από την κυβέρνηση για τα κόστη της ενέργειας και θα ήθελαν η Ελλάδα να αποφύγει πρόσθετα προγράμματα επιδοτήσεων το 2023, που θα καθιστούσαν δυσκολότερη την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα ίσο με 0,70% του ΑΕΠ. Πάντως, επειδή η δαπάνη δεν είναι απαγορευτικά υψηλή, εκτιμάται ότι οι Θεσμοί θα «ανάψουν πράσινο» για το πρόγραμμα.

Το νέο πρόγραμμα «Γέφυρα» θα βασισθεί στα δύο αντίστοιχα προηγούμενα που είχαν εφαρμοσθεί την περίοδο της πανδημίας. Για τα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο που αυξάνεται αυτόματα με τις αυξήσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ και του Euribor, ανεξάρτητα αν είναι στεγαστικά ή επιχειρηματικά, θα δοθεί επιδότηση για τη μερική κάλυψη των αυξήσεων στις δόσεις, εφόσον πρόκειται για δάνεια που έχουν ως ενέχυρο πρώτη κατοικία. Θα μπορούν να επιδοτηθούν συνεπείς δανειολήπτες, αλλά και όσοι έχουν δάνεια σε προσωρινή καθυστέρηση (μέχρι 90 ημέρες), εφόσον προχωρήσουν προηγουμένως σε διακανονισμό με την τράπεζα.

Όπως και τα προηγούμενα, αντίστοιχα προγράμματα και το νέο πρόγραμμα θα παρέχει επιδότηση που θα «σβήνει» στο πέρασμα του χρόνου, με διάρκεια 12 μηνών. Για το πρώτο τρίμηνο, η αύξηση της δόσης θα καλύπτεται πλήρως από την επιδότηση, στο δεύτερο τρίμηνο το ποσοστό κάλυψης θα πέφτει στο 75%, στο τρίτο τρίμηνο σε 50% και στο τελευταίο στο 25%.

Τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια για τη νέα «Γέφυρα» θα είναι αρκετά «χαλαρά», παρόμοια με αυτά που ίσχυσαν στο αντίστοιχο πρόγραμμα της πανδημίας. Στην πρώτη «Γέφυρα» προβλεπόταν επιδότηση για δάνεια εξυπηρετούμενα ή σε καθυστέρηση μέχρι 90 ημερών εφόσον:

  • Η αξία της κύριας κατοικίας δεν υπερέβαινε τα 300.000 ευρώ.
  • Το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος φυσικού προσώπου δεν υπερέβαινε τα 24.000 με προσαύξηση 18.000 για τον/την και κατά 5.000 για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία εξαρτώμενα μέλη.
  • Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα δεν ξεπερνούσαν τα 40.000 ευρώ.
  • Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος, του ή της συζύγου και των εξαρτώμενων μελών, συμπεριλαμβανομένης της κύριας κατοικίας του αιτούντα έπρεπε να είχε συνολική αξία όχι μεγαλύτερη από 600.000 ευρώ.
  • Τα μεταφορικά μέσα που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας τριετίας για ιδιωτική χρήση έπρεπε να είχαν αξία όχι μεγαλύτερη από 80.000 ευρώ.