Επιχειρήσεις

Βιομηχανία πλαστικών: Ενεργειακό κόστος και αθέμιτος ανταγωνισμός απειλούν την ανάπτυξη


Την ανάγκη να διαμορφωθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε η ελληνική βιομηχανία πλαστικών να μετατρέψει την ανθεκτικότητά της σε διαρκή αναπτυξιακή προοπτική, υπογραμμίζει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ), Παναγιώτης Γεροντόπουλος, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης.

«Η ελληνική βιομηχανία πλαστικών έχει επιδείξει αντοχές στις διαδοχικές κρίσεις. Η ανθεκτικότητα, όμως, δεν συνιστά από μόνη της σχέδιο ανάπτυξης. Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να επενδύει με την παραδοχή ότι θα απορροφά διαρκώς νέες επιβαρύνσεις, εξαντλώντας σταδιακά τα περιθώρια κέρδους της», σημειώνει.

Την ίδια στιγμή, για την ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών, η διαδοχή των κρίσεων έχει καταστήσει τη σταθερότητα όλο και πιο επισφαλή παραδοχή. Από την πανδημία μέχρι τους πολέμους και τις ενεργειακές ανατιμήσεις, οι επιχειρήσεις καλούνται να σχεδιάσουν την επόμενη ημέρα προτού αποτιμήσουν πλήρως τις απώλειες της προηγούμενης. Η προσαρμογή έχει γίνει μια καθημερινή άσκηση διοίκησης.

Οι πιέσεις αυτές λειτουργούν σωρευτικά, σύμφωνα με τον κ. Γεροντόπουλο. Όπως ο ίδιος εξηγεί, μια γεωπολιτική σύγκρουση μπορεί να ανατρέψει τις εμπορικές ροές, να δυσχεράνει την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και να πυροδοτήσει νέες ενεργειακές ανατιμήσεις. Το αυξημένο κόστος παραγωγής διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα και στερεί πόρους από τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων. Επενδύσεις μετατίθενται, η πράσινη μετάβαση καθυστερεί και η επόμενη κρίση βρίσκει τη βιομηχανία με λιγότερες αντοχές.

«Η αντιμετώπιση αυτής της αλληλουχίας απαιτεί μια νέα βιομηχανική πολιτική με συνοχή, σαφείς προτεραιότητες και ορίζοντα πέρα από την εκάστοτε έκτακτη ανάγκη», τονίζει ο κ. Γεροντόπουλος.

Αυτό ήταν το κεντρικό ζητούμενο της συζήτησης για τη στρατηγική ανθεκτικότητας στο φετινό συνέδριο Plastainability. Πώς, δηλαδή, η βιομηχανία θα διατηρήσει, μαζί με την ικανότητα να αντέχει στις κρίσεις, τη δυνατότητα να αναπτύσσεται. Οι ίδιες οι επιχειρήσεις έχουν σαφή ευθύνη να καινοτομούν, να αξιοποιούν καλύτερα τους πόρους τους και να επενδύουν στο ανθρώπινο δυναμικό τους. Η προσπάθειά τους, ωστόσο, προσκρούει συχνά σε εμπόδια που υπερβαίνουν τις δυνατότητες ακόμη και της πιο ανταγωνιστικής μονάδας. Η άρση τους απαιτεί συγκεκριμένες παρεμβάσεις της πολιτείας.

Ενεργειακό κόστος, ίσοι όροι ανταγωνισμού και πράσινη μετάβαση

Το ενεργειακό κόστος αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με τον κ. Γεροντόπουλο, οι διαδοχικές ανατιμήσεις συμπιέζουν τα περιθώρια των επιχειρήσεων και απορροφούν κεφάλαια αναγκαία για τον εκσυγχρονισμό τους. Η αβεβαιότητα για την εξέλιξη των τιμών δυσχεραίνει, παράλληλα, τον προγραμματισμό της παραγωγής.

«Με δεδομένη την αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, η βιομηχανία δικαίως αναμένει το όφελος αυτό να αποτυπωθεί και στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας που καταβάλλει. Η πρόοδος στην ενεργειακή μετάβαση πρέπει να μεταφράζεται σε ανταγωνιστικότερο κόστος για την παραγωγή», επισημαίνει ο πρόεδρος του ΣΒΠΕ.

Παράλληλα, τονίζει ότι η κυβέρνηση έχει κάνει ορισμένα πρώτα βήματα με τα πρόσφατα μέτρα που εξήγγειλε, τα οποία ο ΣΒΠΕ χαιρετίζει. «Απαιτείται, ωστόσο, συνέχεια, ώστε η βιομηχανία να ανακτήσει σταθερό βηματισμό και μεγαλύτερη ασφάλεια στον επενδυτικό της σχεδιασμό».

Η αποθήκευση ενέργειας, η αυτοκατανάλωση, η ενίσχυση των δικτύων και η ενεργειακή αποδοτικότητα μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον περιορισμό του κόστους. Χρειάζονται, όμως, χρόνο για να αποδώσουν, ενώ οι πιέσεις στις επιχειρήσεις είναι άμεσες. Η επιτάχυνση αυτών των παρεμβάσεων πρέπει, επομένως, να συνοδευθεί από πρόσθετα μέτρα για την ενεργειακή επιβάρυνση. Το ζητούμενο για την πολιτεία, σύμφωνα με τον κ. Γεροντόπουλο, είναι να διασφαλίσει ότι, μέχρι να αποδώσουν οι διαρθρωτικές αλλαγές, οι επιχειρήσεις θα έχουν διατηρήσει την παραγωγική και επενδυτική τους δυνατότητα.

Εξίσου κρίσιμη είναι η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού. Η Ευρώπη απαιτεί από τις επιχειρήσεις της να ανταποκριθούν σε αυστηρότερες περιβαλλοντικές προδιαγραφές, επενδύοντας σημαντικά κεφάλαια στον μετασχηματισμό της παραγωγής τους. Οφείλει να διασφαλίζει ότι οι ίδιες απαιτήσεις ισχύουν και για τα εισαγόμενα προϊόντα, με αξιόπιστους ελέγχους και αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς. Διαφορετικά, η συμμόρφωση μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα και η επένδυση στην πράσινη μετάβαση υπονομεύεται στην πράξη.

«Η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος μέσω της συρρίκνωσης της βιομηχανίας και της υποκατάστασης της παραγωγής από εισαγωγές συνιστά επίπλαστη πρόοδο», επισημαίνει ο πρόεδρος του ΣΒΠΕ και συμπληρώνει: «Η επιτυχία της μετάβασης θα κριθεί, άλλωστε, και από τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης. Οι περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις μεταφέρονται εκτός συνόρων, μαζί με θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία και επενδύσεις. Η ανταγωνιστικότητα αποτελεί, συνεπώς, προϋπόθεση για μια μετάβαση με ουσιαστικό περιβαλλοντικό όφελος και διατηρήσιμο οικονομικό αποτέλεσμα».

Ανακύκλωση και εφαρμογή της νομοθεσίας

Στην ανακύκλωση, το ζητούμενο είναι πλέον η εφαρμογή όσων έχουν νομοθετηθεί. Η καθυστέρηση στην εφαρμογή του συστήματος εγγυοδοτικής ανακύκλωσης (Deposit Return System - DRS) αποτυπώνει την απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει τις θεσμικές προβλέψεις από τα μετρήσιμα αποτελέσματα, σύμφωνα με τον κ. Γεροντόπουλο. Η αποτελεσματική συλλογή και διαλογή είναι απαραίτητες για την επιστροφή περισσότερων υλικών στην παραγωγή, με την απαιτούμενη ποιότητα. Από τη λειτουργία αυτής της αλυσίδας εξαρτάται και η δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξασφαλίζουν ανακυκλωμένες πρώτες ύλες και να ανταποκρίνονται στις περιβαλλοντικές τους υποχρεώσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός της δραστηριότητας ανακύκλωσης πλαστικών, που υπάγεται στον ΚΑΔ 38.32, από την επιδότηση. Πρόκειται για μια ενεργοβόρο δραστηριότητα που μετατρέπει τα πλαστικά προϊόντα μετά τη χρήση τους σε δευτερογενή πρώτη ύλη, διαθέσιμη για νέες παραγωγικές εφαρμογές.

«Δεν είναι συνεπές να ζητούμε περισσότερη ανακύκλωση και ταυτόχρονα να στερούμε από τις επιχειρήσεις που την υλοποιούν τη στήριξη που χρειάζονται για να παραμείνουν ανταγωνιστικές», τονίζει ο κ. Γεροντόπουλος.

Η αντιμετώπιση αυτών των αντιφάσεων και η διαμόρφωση συνεκτικών πολιτικών για την παραγωγή αποτελούν βασικό αντικείμενο των παρεμβάσεων του ΣΒΠΕ. Με σταθερή προτεραιότητα την προάσπιση των συμφερόντων της ελληνικής βιομηχανίας πλαστικών, ο Σύνδεσμος καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις και διεκδικεί λύσεις μέσα από τον διάλογο με την πολιτική ηγεσία. Η συνεργασία με τον ΣΕΒ ενισχύει αυτή την προσπάθεια, καθώς τα προβλήματα υπερβαίνουν τα όρια του κλάδου και επηρεάζουν συνολικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης.

Σε αυτή την προσπάθεια εντάσσεται το Plastainability, ως πεδίο ουσιαστικού διαλόγου της βιομηχανίας με την πολιτεία, την επιστημονική κοινότητα και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η υψηλού επιπέδου συζήτηση της φετινής διοργάνωσης ανέδειξε τόσο τις πιέσεις στην παραγωγή όσο και τις δυνατότητες αντιμετώπισής τους. Η αξία αυτού του διαλόγου θα κριθεί στη συνέχεια, από τις αποφάσεις που θα ληφθούν και τις επενδύσεις που αυτές θα καταστήσουν εφικτές.

«Η ελληνική βιομηχανία έχει αποδείξει τις αντοχές της. Χρειάζεται πλέον τις προϋποθέσεις για να μετατρέψει την ανθεκτικότητά της σε διαρκή αναπτυξιακή προοπτική», καταλήγει ο πρόεδρος του ΣΒΠΕ.

 

Διαβαστε επισης