Οι επικρίσεις για τα υπερκέρδη των τραπεζών και την «ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση» που αυτές έχουν, επανήλθαν στον δημόσιο πολιτικό λόγο, κυρίως από το κόμμα του Τσίπρα.
Στο επίκεντρο της συζήτησης που έχει «ανάψει» βρίσκεται η πρόταση του πρώην πρωθυπουργού για περαιτέρω επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου, ώστε η «διαδικασία» να ολοκληρωθεί το 2028 αντί του 2035 που ορίζει το χρονοδιάγραμμα. Ο Αλέξης Τσίπρας κατηγόρησε τις τράπεζες ότι δεν πληρώνουν φόρους και δήλωσε χαρακτηριστικά ότι: δεν πληρώνουν ευρώ, αλλά μοιράσανε φέτος 2,8 δισ. κέρδη στους μετόχους. Αυτή η πλάκα πρέπει να σταματήσει. Ή θα ολοκληρώσουν τον αναβαλλόμενο φόρο αντι για το 2035 που σχεδιάζουν το 2028 ή θα έχουν έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους, τέτοια που θα τους κάνει να το ξανασκεφτούν».
Η Τράπεζα της Ελλάδας παρενέβη στο θέμα και εξέφρασε την αντίθεση της στην ταχύτερη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου, εκτιμώντας ότι αυτή η ενέργεια θα προκαλούσε σημαντική ζημία στα μεγέθη-κεφάλαια των τραπεζών και θα έθετε σε κίνδυνο την χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σύμφωνα με την ΤτΕ «η πρόταση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εφαρμογής της και τις επιπτώσεις στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Σε περίπτωση σημαντικής επιτάχυνσης της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου σε σχέση με τα οριζόμενα στο νόμο χρονοδιαγράμματα, οι Ελληνικές τράπεζες θα οδηγούνταν στη διαγραφή του σχετικού αναπόσβεστου υπολοίπου από τον ισολογισμό τους. Αυτό θα προκαλούσε αντίστοιχη μείωση των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων και κατ’ επέκταση σημαντικά εποπτικά κεφαλαιακά ελλείμματα, καθώς δεν θα κάλυπταν πλέον τους απαιτούμενους κεφαλαιακούς δείκτες. Αυτό θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δηλαδή, για την προστασία των καταθέσεων και τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν δάνεια στην οικονομία.
Η Τράπεζα της Ελλάδος υποστηρίζει μετ’ επιτάσεως όπως καταδεικνύεται από την ανακοίνωση που εξέδωσε, ότι ο αρνητικός αντίκτυπος θα ήταν ιδιαιτέρως ισχυρός σ’ όλη το φάσμα της εγχώριας οικονομίας, πλήττοντας και το επενδυτικό προφίλ της χώρας.
Χαρακτηριστικά σημειώνει ότι «η σημαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών των Ελληνικών τραπεζών θα είχε σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο και στα επενδυτικά χαρακτηριστικά τους, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών (λόγω της διαγραφής του αναβαλλόμενου φόρου), ενώ θα επηρέαζε και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, καθώς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν την πιστωτική επέκταση λόγω των κεφαλαιακών ελλείψεων. Η αρνητική επίπτωση θα επεκτεινόταν και πέραν των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς θα επηρεαζόταν η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική εικόνα της χώρας.
Η ανακοίνωση της ΤτΕ καταλήγει ως εξής: η διαρκής επαναφορά του θέματος στο δημόσιο λόγο δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά. Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα την περίοδο μετά το 2015, αποτέλεσε σημαντικό επίτευγμα των κυβερνήσεων, των εποπτικών αρχών και των διοικήσεων των τραπεζών. Η φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.