Η παραβίαση της εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η επανέναρξη των συγκρούσεων και το προσωρινό κλείσιμο στα Στενά του Ορμούζ πυροδότησαν νέο κύμα αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές και τις τιμές της ενέργειας. Σύμφωνα με την ανάλυση «Global Macro Trends | Διεθνείς Μακρο-Οικονομικές Τάσεις Ιούλιος 2026» της Τράπεζας Πειραιώς, η υποχώρηση του πληθωρισμού που σημειώθηκε τον Ιούνιο στις μεγάλες οικονομίες εκτιμάται ότι θα αποδειχθεί πρόσκαιρη, ενώ παράλληλα αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα οι κεντρικές τράπεζες να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις βασικών επιτοκίων.
Στις ΗΠΑ, η οικονομική δραστηριότητα διατηρεί την δυναμική της κατά το Β' Τρίμηνο, με το ΔΝΤ να ανεβάζει την πρόβλεψη για την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στο 2,3% φέτος. Ταυτοχρόνως, η αγορά εργασίας παρουσιάζει ισορροπία, ενώ ο γενικός πληθωρισμός υποχώρησε τον Ιούνιο στο 3,5% και ο δομικός στο 2,6%, ενισχύοντας την καταναλωτική εμπιστοσύνη. Καταλύτη για την ανάπτυξη αποτελούν οι εταιρικές επενδύσεις στην τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη. Τα βλέμματα της αγοράς είναι στραμμένα στη συνεδρίαση της Fed στις 29 Ιουλίου για τα πρώτα δείγματα γραφής της νομισματικής πολιτικής υπό τη νέα της ηγεσία, αλλά και στις επικείμενες αποφάσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για το μέλλον των δασμών.
Ήπια ανάπτυξη στην Ευρωζώνη και επιβράδυνση στην Κίνα
Στην Ευρωζώνη, η οικονομία κινείται με ρυθμούς ήπιας ανάπτυξης, με το ΑΕΠ να αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,9% φέτος και 1,2% το 2027. Την τάση αυτή στηρίζουν οι κρατικές δαπάνες σε άμυνα και υποδομές, καθώς και η σταθερότητα στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, παραμένουν οι πιέσεις στη βιομηχανία, ιδίως στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, λόγω της ενεργειακής εξάρτησης και του διεθνούς ανταγωνισμού.
Απαιτείται η διαμόρφωση κατάλληλης στρατηγικής και υλοποίησης μεγάλων επενδύσεων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας ώστε η Ευρώπη να μην χάσει επιπλέον έδαφος από τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Η οικονομία της Κίνας κατέγραψε επιβράδυνση στο 4,3% το Β' Τρίμηνο, διαμορφώνοντας την ανάπτυξη του πρώτου εξαμήνου στο 4,7% με κύριο όχημα τις εξαγωγές. Παρά την επίτευξη του ετήσιου κυβερνητικού στόχου (4,5%-4,7%), η υποτονική εγχώρια ζήτηση, οι χαμηλές λιανικές πωλήσεις και τα διαρκή προβλήματα στον τομέα των ακινήτων συνεχίζουν να λειτουργούν επιβαρυντικά.