Φθηνότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης είναι τα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα, καθώς οι τράπεζες προσπαθούν να ενθαρρύνουν την υποτονική ζήτηση δανείων. Μάλιστα, σε ορισμένες κατηγορίες δανείων, κρύβονται σημαντικές ευκαιρίες για τους υποψήφιους δανειολήπτες: για παράδειγμα, στα δάνεια με σταθερό επιτόκιο πάνω από 10 χρόνια το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα είναι μόλις 3,07%, από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη.
Ειδικότερα, τα πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τον Απρίλιο του 2026 δείχνουν ότι τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα διαμορφώνονται σε χαμηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης στις περισσότερες κατηγορίες σταθερού επιτοκίου.
Η ανάλυση των στοιχείων αποκαλύπτει μια ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική από τις ελληνικές τράπεζες, ιδιαίτερα στις βραχυπρόθεσμες αλλά και στις πολύ μακροπρόθεσμες διάρκειες, προσφέροντας μια «ανάσα» σε όσους αναζητούν χρηματοδότηση για στέγη.
Η ακτινογραφία των επιτοκίων ανά διάρκεια
Η εικόνα των επιτοκίων για τη χώρα μας σε σύγκριση με τον μέσο όρο των χωρών του ευρώ έχει ως εξής:
Σταθερό επιτόκιο έως 1 έτος: Η Ελλάδα προσφέρει φθηνότερο χρήμα, με το μέσο επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 3,49%**, έναντι 3,56% που είναι ο μέσος όρος της ευρωζώνης.
Σταθερό επιτόκιο από 1 έως 5 έτη: Σε αυτή την κατηγορία, το πλεονέκτημα των ελληνικών στεγαστικών δανείων διευρύνεται. Το μέσο επιτόκιο στη χώρα μας πέφτει στο 3,16%, την ώρα που στην ευρωζώνη βρίσκεται σημαντικά υψηλότερα, στο 3,43%.
Σταθερό επιτόκιο άνω των 10 ετών:Η τάση παραμένει υπέρ των Ελλήνων δανειοληπτών και στις πολύ μεγάλες διάρκειες. Όσοι «κλειδώνουν» το επιτόκιό τους για περισσότερο από μια δεκαετία, απολαμβάνουν μέσο επιτόκιο 3,07% στην Ελλάδα, έναντι 3,31% στην ευρωζώνη.
Η μοναδική κατηγορία στην οποία η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι αυτή της σταθερής διάρκειας από 5 έως 10 έτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το μέσο επιτόκιο για τα συγκεκριμένα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα αγγίζει το 4,20%, την ώρα που στην ευρωζώνη διατηρείται σε χαμηλότερα επίπεδα, στο 3,61%.
Συνολικά, τα δεδομένα της ΕΚΤ επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική τραπεζική αγορά παρέχει ελκυστικές και φθηνότερες λύσεις για τη στεγαστική πίστη στις περισσότερες επιλογές «κλειδώματος» του επιτοκίου. Εξαίρεση αποτελούν μόνο τα δάνεια με σταθερό επιτόκιο 5 έως 10 ετών, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την προσεκτική έρευνα αγοράς από τους καταναλωτές για την επιλογή της διάρκειας που τους συμφέρει περισσότερο.
Στόχος η αναθέρμανση της ζήτησης δανείων
Οι τράπεζες προσφέρουν ικανοποιητικά επιτόκια στη στεγαστική πίστη, με στόχο να αναθερμάνουν τις χορηγήσεις στεγαστικών δανείων και να «χτίσουν» υγιή χαρτοφυλάκια αυτής της κατηγορίας. Όπως επισήμανε το ΙΟΒΕ στην έκθεσή του για την ελληνική οικονομία το 2025, η αγορά των στεγαστικών δανείων στη χώρα μας αντιμετωπίζει συγκεκριμένες προκλήσεις, παρουσιάζοντας μια εικόνα «δύο ταχυτήτων» σε σχέση με την ευρύτερη τραπεζική και οικονομική δραστηριότητα.
Παρά το γεγονός ότι το τραπεζικό σύστημα διατηρεί υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια, ρευστότητα και κερδοφορία, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) να βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η στεγαστική πίστη δεν ακολουθεί την ίδια δυναμική.Ενώ καταγράφεται συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις, η ζήτηση των νοικοκυριών για νέα στεγαστικά δάνεια παραμένει υποτονική.
Όπως φαίνεται από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (πίνακας) μόλις στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 καταγράφηκε για πρώτη φορά, ύστερα από αρκετά χρόνια, θετική πιστωτική επέκταση στον τομέα της στεγαστικής πίστης. Έκτοτε, το πρόσημο παραμένει θετικό, με τη βοήθεια και των κρατικών προγραμμάτων («Σπίτι μου»), χωρίς ωστόσο να καταγράφεται ουσιαστική επιτάχυνση.