Τράπεζες

Στα ύψη το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων: Τριπλάσια αύξηση από την ευρωζώνη


Ακριβά πληρώνουν οι ελληνικές επιχειρήσεις την αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς στην Ελλάδα η αύξηση του κόστους δανεισμού είναι υπετριπλάσια της αντίστοιχης που καταγράφεται στην ευρωζώνη.

Σε μια περίοδο όπου οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις προσπαθούν να απορροφήσουν τους κραδασμούς από τη νομισματική σύσφιγξη, η ελληνική επιχειρηματικότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δυσανάλογη και απότομη αύξηση του χρηματοδοτικού κόστους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που φέρνει στο φως η νέα Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, η ψαλίδα των επιτοκίων μεταξύ Ελλάδας και ευρωζώνης άνοιξε σημαντικά, ανατρέποντας την πορεία σύγκλισης που είχε ξεκινήσει το 2024.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προχωρώντας σε δύο αυξήσεις των βασικών της επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2026, διαμόρφωσε ένα νέο τοπίο ακριβότερου χρήματος. Ωστόσο, η μετακύλιση αυτού του κόστους στην εγχώρια αγορά υπήρξε ραγδαία και δυσανάλογη. Ο σύνθετος δείκτης κόστους τραπεζικού δανεισμού για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) στην Ελλάδα, όπως καταγράφεται από την ΕΚΤ, εκτινάχθηκε στο 4,44% τον Αύγουστο του 2026, καταγράφοντας αύξηση 71 μονάδων βάσης σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025. Την ίδια ακριβώς περίοδο, ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός δείκτης αυξήθηκε μόλις κατά 20 μονάδες βάσης, φτάνοντας το 3,77%.

Αυτή η ασύμμετρη μεταβολή είχε ως αποτέλεσμα η απόκλιση του κόστους δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να εκτοξευθεί στις 67 μονάδες βάσης, από μόλις 16 μονάδες στα τέλη του προηγούμενου έτους. Η επιβάρυνση είναι ξεκάθαρη τόσο στα νέα όσο και στα υφιστάμενα δάνεια. Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο για τις νέες χρηματοδοτήσεις αναρριχήθηκε στο 4,5% (αύξηση 84 μονάδων βάσης), ενώ για τα παλαιότερα δάνεια αυξήθηκε στο 4,4%.

Διατηρείται, αλλά με επιβράδυνση η ροή των δανείων

Παρά το «αλμυρό» κόστος χρήματος, η ροή ρευστότητας προς τον επιχειρηματικό τομέα διατηρείται, αν και με σαφή επιβράδυνση. Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αντιπροσωπεύει πλέον το 63% της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα, με τον λόγο προς το ΑΕΠ να σκαρφαλώνει στο 33,6%. Αν και ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης επιβραδύνθηκε στο 9% τον Αύγουστο (έναντι 11,3% στα τέλη του 2025), παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η ζήτηση συντηρείται κυρίως από τις ανάγκες για πάγιες επενδύσεις και κεφάλαια κίνησης, με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να βγαίνουν μπροστά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) καθώς και τα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας λειτουργούν ως πολύτιμο στήριγμα της χρηματοδότησης. Είναι ενδεικτικό ότι το πρώτο εξάμηνο του 2026, το 20% των νέων επιχειρηματικών δανείων (1 στα 5 ευρώ) αφορούσε εκταμιεύσεις συνδεδεμένες με αυτά τα ευρωπαϊκά και εθνικά χρηματοδοτικά εργαλεία, προσφέροντας στις επιχειρήσεις μια κρίσιμη υποστήριξη με ευνοϊκότερους όρους.

Εναλλακτική διέξοδο αναζήτησαν αρκετές, μεγάλες εταιρείες και στην αγορά των εταιρικών ομολόγων, αντλώντας 2,4 δισ. ευρώ μέσω εννέα εκδόσεων από τις αρχές του έτους. Όμως, ούτε εκεί έλειψαν οι αναταράξεις. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η ευρύτερη γεωπολιτική αβεβαιότητα συμπαρέσυραν ανοδικά τις αποδόσεις, ακολουθώντας το διεθνές κλίμα και τερματίζοντας την πτωτική τάση του 2025.

Κοιτάζοντας μπροστά, το επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει ναρκοθετημένο από τις γεωπολιτικές εντάσεις, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις πληθωριστικές πιέσεις, παράγοντες που απειλούν να «παγώσουν» κρίσιμες ξένες άμεσες επενδύσεις και επιχειρηματικές αποφάσεις. Παρόλα αυτά, η απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων και η διατήρηση των αναπτυξιακών ρυθμών της ελληνικής οικονομίας αποτελούν τα ισχυρά αντίβαρα, στα οποία ποντάρει η αγορά για να διατηρήσει την ορμή της κόντρα στη θύελλα των υψηλών επιτοκίων.