Τράπεζες

Σπάνε τα κοντέρ οι αποδόσεις των τραπεζών: Μπήκαν στο top της Ευρώπης


Ανάμεσα στις πιο αποδοτικές τράπεζες της ευρωζώνης κατατάσσονται πλέον οι ελληνικές, έχοντας μεγάλα περιθώρια επιτοκίου, χαμηλά λειτουργικά κόστη και πολύ μειωμένες επιβαρύνσεις από προβληματικά δάνεια (κόστος ρίσκου).

Τα στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, όπου ενσωματώνονται οι επιδόσεις των τραπεζών της ευρωζώνης για όλο το α' εξάμηνο του έτους, δείχνουν ότι οι βασικοί δείκτες αποδοτικότητας (απόδοση κεφαλαίου και απόδοση ενεργητικού) κατατάσσουν τις ελληνικές τράπεζες στην κορυφαία ομάδα τραπεζών της ευρωζώνης και μάλιστα με ποσοστά συντριπτικά μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα των τραπεζών του ευρωπαϊκού πυρήνα (Γερμανία, Γαλλία).

Εκτίναξη της αποδοτικότητας (RoE και RoA)

Ειδικότερα, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (RoE) για τις ελληνικές τράπεζες διαμορφώθηκε στο 12,29%. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τις αντίστοιχες επιδόσεις του ευρωπαϊκού πυρήνα, καθώς η Γερμανία περιορίζεται στο 7,52% και η Γαλλία στο 7,41%. Στη συνολική κατάταξη, υψηλότερες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων καταγράφουν τραπεζικά συστήματα όπως της Ισπανίας (16,64%), της Αυστρίας (15,98%), της Λετονίας (15,62%) και της Ιταλίας (14,94%). Παράλληλα, η απόδοση ενεργητικού (RoA) για την Ελλάδα έφτασε το 1,32%, επίδοση σχεδόν τριπλάσια από την αντίστοιχη της Γερμανίας (0,47%) και της Γαλλίας (0,46%).

Υψηλό καθαρό περιθώριο επιτοκίου (NIM)

Το καθαρό περιθώριο επιτοκίου των ελληνικών τραπεζών ανέρχεται σε 2,67%, τοποθετώντας τη χώρα στις κορυφαίες θέσεις, πίσω μόνο από τη Σλοβενία (3,15%) και τη Λετονία (2,71%). Η διαφορά είναι μεγάλη σε σύγκριση με τις τράπεζες της Γαλλίας και της Γερμανίας, οι οποίες λειτουργούν με πολύ στενότερα περιθώρια, μόλις 0,99% και 1,07% αντίστοιχα.

Πρωταθλητές στη συγκράτηση λειτουργικού κόστους (CIR)

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα καταγράφει την απόλυτα καλύτερη επίδοση στον δείκτη κόστους προς έσοδα (Cost-to-Income Ratio). Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν το χαμηλότερο ποσοστό με 36,96%. Αντίθετα, οι τράπεζες της Γαλλίας επιβαρύνονται με το υψηλότερο λειτουργικό κόστος (63,23%), ενώ ακολουθεί η Γερμανία με 57,08%. Ακόμη και ισχυρά συστήματα της Νότιας Ευρώπης, όπως της Ισπανίας (42,89%) και της Ιταλίας (46,08%), λειτουργούν με αισθητά υψηλότερη αναλογία κόστους σε σχέση με την Ελλάδα. Αυτό είναι αποτέλεσμα της μεγάλης μείωσης τραπεζικών δικτύων και απασχολούμενου προσωπικού, που άρχισε στα χρόνια της μεγάλης κρίσης, αλλά και της μετάβασης σε ψηφιοποίηση των τραπεζικών εργασιών τα τελευταία χρόνια.

Χαμηλό κόστος κινδύνου (CoR)

Η προσπάθεια εξυγίανσης των ισολογισμών τα προηγούμενα χρόνια αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα στο κόστος κινδύνου (Cost of Risk), το οποίο για τις ελληνικές τράπεζες έχει υποχωρήσει στο 0,22%. Το ποσοστό αυτό κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα από τα αντίστοιχα μεγέθη της Γερμανίας (0,54%) και της Γαλλίας (0,55%) και απέχει παρασάγγας από το αυξημένο κόστος κινδύνου του ισπανικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο ανέρχεται στο 1,13%. Αντίστοιχα χαμηλά επίπεδα κινδύνου με την Ελλάδα εντοπίζονται σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ιρλανδία (αμφότερες στο 0,23%). Το κόστος κίνδυνου είναι ο δείκτης που αποτυπώνει τις νέες προβλέψεις που σχηματίζουν οι τράπεζες για κόκκινα δάνεια ως ποσοστό του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων. Όταν τα κόκκινα δάνεια είχαν ξεπεράσει και το 50%, ο δείκτης ήταν δεκαπλάσιος από τα σημερινά επίπεδα και οι προβλέψεις αποτελούσαν μεγάλη «πληγή» για την κερδοφορία των τραπεζών.