Ανατροπές στο καθεστώς εταιρικής διακυβέρνησης, στο σύστημα κυρώσεων και στον έλεγχο καταλληλότητας (fit and proper) των τραπεζικών στελεχών φέρνει το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο έχει κατατεθεί στη Βουλή. Μέσω της ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1619 (γνωστής ως CRD VI), η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) αποκτά ένα πρωτοφανές οπλοστάσιο ενισχυμένου εποπτικού ελέγχου. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο διαμορφώνει ένα αυστηρότερο περιβάλλον παρακολούθησης της ποιότητας, της ακεραιότητας και της διαρκούς επάρκειας όσων κρατούν τα «ηνία» του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Συνεχής αξιολόγηση και... κόκκινες κάρτες
Η πλέον κομβική αλλαγή που εισάγεται με το άρθρο 148 του νομοσχεδίου αφορά την πλήρη αναμόρφωση του πλαισίου καταλληλότητας. Μέχρι σήμερα, ο έλεγχος επικεντρωνόταν ως επί το πλείστον στον χρόνο τοποθέτησης ενός στελέχους στο Διοικητικό Συμβούλιο. Πλέον, επιβάλλεται η συνεχής αξιολόγηση των μελών των διοικητικών συμβουλίων καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας τους. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα ασκεί διαρκή εποπτικό έλεγχο, προκειμένου να διασφαλίζεται αδιάλειπτα η συνετή και χρηστή διοίκηση των εποπτευόμενων οντοτήτων.
Στο πλαίσιο αυτής της συνεχούς εποπτείας, η κεντρική τράπεζα εξοπλίζεται με την καθοριστική εξουσία να παρεμβαίνει δραστικά: εφόσον διαπιστωθεί ότι ένα μέλος του Δ.Σ. παύει να πληροί τα αυστηρά κριτήρια (π.χ. λόγω εμπλοκής σε νομικά ζητήματα, απώλειας της καλής φήμης ή ελλιπούς ανταπόκρισης στα καθήκοντά του), η ΤτΕ θα μπορεί να αίρει την πιστοποίηση καταλληλότητας του στελέχους κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ουσιαστικά, η εποπτική αρχή θα έχει τη δύναμη να επιβάλλει στην εποπτευόμενη τράπεζα την αποπομπή του στελέχους λόγω ακαταλληλότητας, μην αφήνοντας κανένα περιθώριο παραμονής σε πρόσωπα που θέτουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του ιδρύματος.
Στο μικροσκόπιο και οι επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών
Ο στενός εποπτικός κλοιός παύει να περιορίζεται αποκλειστικά στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Με το άρθρο 149 του νομοσχεδίου, η εποπτεία και η αξιολόγηση καταλληλότητας επεκτείνονται ρητά στους επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών των τραπεζών. Σύμφωνα με τους νέους ορισμούς (άρθρο 92), σε αυτούς συγκαταλέγονται κομβικά στελέχη, όπως οι ανώτεροι οικονομικοί διευθυντές (CFOs) και οι επικεφαλής των λειτουργιών εσωτερικού ελέγχου. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι τα πρόσωπα που ελέγχουν τις νευραλγικές λειτουργίες των ιδρυμάτων θα διαθέτουν διαρκώς τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας, ακεραιότητας και επαγγελματικής επάρκειας για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους.
Αυστηρές κυρώσεις και σε φυσικά πρόσωπα
Το νομοσχέδιο δεν μένει μόνο στις αξιολογήσεις, αλλά φέρνει και ποινολόγιο. Με το άρθρο 133, εισάγεται ένα εκσυγχρονισμένο σύστημα κυρώσεων, το οποίο αποσαφηνίζει τη δυνατότητα επιβολής διοικητικών προστίμων και άλλων μέτρων όχι μόνο στα νομικά πρόσωπα, αλλά απευθείας στα μέλη της διοίκησης και σε λοιπά φυσικά πρόσωπα που ευθύνονται για τις παραβάσεις. Με το άρθρο 134 θεσπίζονται επιπλέον περιοδικά διοικητικά πρόστιμα για παραβάσεις απαιτήσεων αδειοδότησης, συμμετοχών και σημαντικών εταιρικών μεταβολών, ενώ τα πρόστιμα αυτά μπορούν να επιβάλλονται και συνδυαστικά. Για την επιβολή τους (άρθρο 136), η ΤτΕ θα σταθμίζει τη βαρύτητα της παράβασης, την ευθύνη, την οικονομική κατάσταση αλλά και τις συστημικές επιπτώσεις, εξασφαλίζοντας αναλογικότητα αλλά και αυστηρότητα.
Νέα κριτήρια επάρκειας: Κλιματικοί κίνδυνοι και κρυπτοστοιχεία
Η έννοια της «επάρκειας γνώσεων» για τα τραπεζικά στελέχη διευρύνεται. Η συλλογική καταλληλότητα των διοικήσεων θα κρίνεται πλέον και από την ικανότητά τους να κατανοούν αναδυόμενους κινδύνους. Το άρθρο 153 εισάγει την υποχρέωση εποπτικής αξιολόγησης από την ΤτΕ όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους (ΠΚΔ/ESG), καθώς και τους κινδύνους από κρυπτοστοιχεία. Σύμφωνα με το άρθρο 139, το Διοικητικό Συμβούλιο αποκτά ενισχυμένο ρόλο και λογοδοτεί για τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου της τράπεζας απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, καταρτίζοντας ειδικά σχέδια με ποσοτικοποιημένους στόχους.
Το πλαίσιο καταλληλότητας συμπληρώνεται από αυστηρότερους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης. Το άρθρο 147 ενισχύει τη διάκριση των ρόλων και την τεκμηρίωση των καθηκόντων, με στόχο τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και την ενίσχυση της λογοδοσίας. Επιπρόσθετα, το άρθρο 138 εισάγει ρητά την υποχρέωση για «ουδέτερες ως προς το φύλο» πολιτικές αποδοχών, ενώ το άρθρο 150 αυστηροποιεί τους κανόνες αμοιβών για τους επικεφαλής των λειτουργιών εσωτερικού ελέγχου, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία τους.
Τέλος, το ρυθμιστικό καθεστώς δεν αφήνει περιθώρια μετακύλισης ευθυνών. Το άρθρο 160 θεμελιώνει την πρωταρχική ευθύνη για τη διασφάλιση της επάρκειας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου απευθείας στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών (holdings) και στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών.