Ισχυρό δίχτυ προστασίας γύρω από τους αποταμιευτές που υπέστησαν βαρύτατες απώλειες από την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, απλώνει ο Άρειος Πάγος. Με δύο κομβικές αποφάσεις του (364/2026 και 765/2026), το Ανώτατο Δικαστήριο δημιουργεί ένα αυστηρό νομολογιακό πλαίσιο απέναντι στις πρακτικές των πιστωτικών ιδρυμάτων, καταδικάζοντας την ελλιπή ενημέρωση, την παραπλάνηση μέσω του Private Banking και τις απόπειρες νομικής αποποίησης ευθυνών.
Οι δύο υποθέσεις, αν και αφορούν διαφορετικούς επενδυτές σε Θεσσαλονίκη και Λαμία, παρουσιάζουν πανομοιότυπα χαρακτηριστικά που αναδεικνύουν μια συστημική πρακτική: Συντηρητικοί καταθέτες πείστηκαν από στελέχη της τράπεζας να μεταφέρουν τις οικονομίες τους από ασφαλείς προθεσμιακές καταθέσεις σε ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης (συγκεκριμένα της αλλοδαπής Aspis Finance PLC), με τη διαβεβαίωση ότι πρόκειται για προϊόντα μηδενικού ρίσκου. Όταν η εγγυήτρια Aspis Bank τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, τα κεφάλαια των επενδυτών εκμηδενίστηκαν.
Η «σιωπηρή σύμβαση» και η αδικοπρακτική ευθύνη
Το πρώτο και πλέον καθοριστικό στοιχείο που εδραιώνουν οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου είναι η θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (άρθρο 914 ΑΚ) για την τράπεζα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι κατά την προώθηση των προϊόντων, δημιουργήθηκε μια «σιωπηρή σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών».
Μέσω αυτής της σχέσης εμπιστοσύνης, η τράπεζα όφειλε να παράσχει πλήρη, σαφή και εξατομικευμένη ενημέρωση για την πιστοληπτική ικανότητα των τίτλων (οι οποίοι είχαν διαβάθμιση ΒΒ, υποδηλώνοντας μέτριες προοπτικές επιβίωσης) και τον κίνδυνο ολοσχερούς απώλειας του κεφαλαίου.
Αντιθέτως, τα στελέχη του Private Banking –τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις δεν διέθεταν καν την απαιτούμενη πιστοποίηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς– απέκρυψαν τους κινδύνους. Μάλιστα, στην απόφαση 364/2026 υπογραμμίζεται ότι η τράπεζα, ως κύρια ανάδοχος, παραβίασε τη νομοθεσία περί δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου και τιμωρήθηκε με βαριά πρόστιμα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος.
Ο μέσος αποταμιευτής ως καταναλωτής
Οι νομικές άμυνες της τράπεζας κατέρρευσαν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επιχείρησε να μεταθέσει την ευθύνη στους πελάτες, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για «έμπειρους επενδυτές» που υπέγραψαν συμβάσεις με απαλλακτικές ρήτρες και πως φέρουν συνυπαιτιότητα επειδή δεν ρευστοποίησαν τα ομόλογά τους όταν η αγορά άρχισε να καταρρέει.
Ο Άρειος Πάγος, ωστόσο, αποσαφήνισε ότι πρόσωπα χωρίς εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις, που στοχεύουν στην εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και συνεπώς απολαμβάνουν την πλήρη προστασία του Ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών. Επιπλέον, το Δικαστήριο απέρριψε κατηγορηματικά την ένσταση συνυπαιτιότητας, καθώς αποδείχθηκε ότι, όταν η αξία των ομολόγων άρχισε να υποχωρεί, οι υπάλληλοι της τράπεζας καθησύχαζαν τους πελάτες ότι η πτώση είναι παροδική, αποτρέποντάς τους από την πώληση.
Το νομολογιακό «όχι» στον συμψηφισμό των τοκομεριδίων
Σημαντικό νομικό προηγούμενο, που τέμνει οριζόντια και τις δύο αποφάσεις, αφορά την απόρριψη του συμψηφισμού κέρδους και ζημίας (άρθρο 298 ΑΚ). Η τράπεζα ζήτησε να αφαιρεθούν από την τελική αποζημίωση τα σημαντικά ποσά που είχαν εισπράξει οι επενδυτές ως τόκους (τοκομερίδια) κατά τα χρόνια διακράτησης των ομολόγων.
Ο Άρειος Πάγος έβαλε οριστικό «φρένο» σε αυτή την πρακτική, αποφαινόμενος ότι οι τόκοι αποτελούν συμβατικώς συμφωνημένους καρπούς από την παραχώρηση του κεφαλαίου προς εκμετάλλευση στην εκδότρια εταιρεία. Το κέρδος αυτό δεν προήλθε αιτιωδώς από το ίδιο το ζημιογόνο γεγονός (δηλαδή την εξαπάτηση και την ελλιπή ενημέρωση από την τράπεζα). Συνεπώς, με βάση και την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ), δεν είναι νοητό να μειώνεται η οφειλόμενη αποζημίωση προς όφελος του ζημιώσαντος (της τράπεζας) χρησιμοποιώντας τα νόμιμα έσοδα του θύματος.
Οι αποφάσεις 364/2026 και 765/2026 δεν δικαιώνουν απλώς τους συγκεκριμένους επενδυτές, αλλά λειτουργούν ως κατευθυντήρια γραμμή για το σύνολο του τραπεζικού συστήματος. Καθιστούν σαφές ότι η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πελατών λιανικής δεν μπορεί να εργαλειοποιείται χωρίς νομικές συνέπειες, επιβάλλοντας καθεστώς απόλυτης διαφάνειας στις υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας.