Τράπεζες

Πώς τα funds του «Ηρακλή» έγιναν οι καλύτεροι... πελάτες των τραπεζών


Μια ασυνήθιστη, σε διεθνές επίπεδο, διάρθρωση των χαρτοφυλακίων δανείων των ελληνικών τραπεζών έχει δημιουργήσει η εκκαθάριση κόκκινων δανείων με το σχέδιο «Ηρακλής».

Στην τελευταία έκθεση της ΤτΕ για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα,  περιλαμβάνεται πρώτη φορά επεξηγηματική σημείωση, όπου αναφέρεται ότι τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας του «Ηρακλή» αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία δανείων προς επιχειρήσεις, καθώς αντιστοιχούν σχεδόν στο 1/4 του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου δανείων.

Τον Ιούνιο του 2026, το σύνολο των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις ανήλθε σε 145,8 δισεκ. ευρώ σε ατομική βάση (με στοιχεία εντός ισολογισμού). Αναλύοντας τη διάρθρωση αυτής της χρηματοδότησης στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας καταγράφει ότι η συντριπτική μερίδα του λέοντος, ήτοι το 23,9% των συνολικών χορηγήσεων προς επιχειρήσεις, κατευθύνεται στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Στη δεύτερη θέση ακολουθεί ο κλάδος της ενέργειας με 11,5% και έπονται η ναυτιλία με 11,3%, η μεταποίηση με 10,6% και το εμπόριο με 10,2%.

Η κεντρική τράπεζα εξηγεί πως αυτή η εντυπωσιακή συγκέντρωση πιστώσεων στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι τράπεζες διακρατούν στα χαρτοφυλάκιά τους τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes). Πρόκειται για τους τίτλους που εκδόθηκαν κατά τις τιτλοποιήσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω του προγράμματος «Ηρακλής».

Τι είναι τα Ομόλογα Υψηλής Εξοφλητικής Προτεραιότητας (Senior Notes)

Η συγκεκριμένη λογιστική εικόνα κρύβει πίσω της τον ίδιο τον μηχανισμό εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών. Για να απαλλαγούν από τα «κόκκινα» δάνεια, οι τράπεζες τα μεταβίβασαν σε Εταιρείες Ειδικού Σκοπού (SPVs). Οι οποίες με τη σειρά τους εξέδωσαν τρεις κατηγορίες ομολόγων: υψηλής (senior), μεσαίας (mezzanine) και χαμηλής (junior) εξοφλητικής προτεραιότητας.

Τα senior notes, τα οποία διακρατούνται από τις ίδιες τις τράπεζες, φέρουν την κρατική εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Επειδή ακριβώς οι εκδότες αυτών των ομολόγων (τα SPVs) λογίζονται ως χρηματοοικονομικές οντότητες, οι τίτλοι αυτοί εγγράφονται λογιστικά ως εταιρικά δάνεια προς χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Η τεχνική αυτή λεπτομέρεια διογκώνει λογιστικά το συνολικό επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Στην πραγματικότητα, το σχεδόν 1/4 αυτών των φαινομενικών «επιχειρηματικών δανείων» δεν αποτελεί νέα ρευστότητα που διοχετεύθηκε στην πραγματική οικονομία για επενδύσεις, αλλά την ασφαλή «κληρονομιά» της τιτλοποίησης παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ο χάρτης των κόκκινων δανείων κατά κλάδο

Πέρα από τα ομόλογα του «Ηρακλή», η ανάλυση του πιστωτικού κινδύνου δείχνει ότι ο δείκτης των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) στο συνολικό επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο διατηρείται στο 2,2%. Ωστόσο, το τοπίο παρουσιάζει έντονες αντιθέσεις.

Τα υψηλότερα ποσοστά κόκκινων δανείων εντοπίζονται παραδοσιακά στην κλωστοϋφαντουργία και την εστίαση, όπου τα ΜΕΔ αγγίζουν το 12,9%. Σημαντικά προβλήματα καταγράφονται επίσης στη βιομηχανία χάρτου, ξύλου και επίπλων (7,9%), στις τηλεπικοινωνίες, την πληροφορική και την ενημέρωση (7,1%), στις αγροτικές δραστηριότητες (6,8%), καθώς και στη μεταλλουργία (6,1%) και το εμπόριο (6,1%).

Παρά τα υψηλά ποσοστά αθέτησης που παρατηρούνται σε ορισμένους επιμέρους κλάδους, κυρίως της μεταποίησης, η επίδρασή τους στον συνολικό δείκτη παραμένει περιορισμένη, διότι τα συγκεκριμένα δάνεια αφορούν συγκριτικά μικρότερα υπόλοιπα χρηματοδοτήσεων. Στον αντίποδα, την πιο υγιή εικόνα –λειτουργώντας ως αντίβαρο– παρουσιάζουν η ναυτιλία με δείκτη ΜΕΔ μόλις 0,2%, η δημόσια διοίκηση με 0,1% και ο κλάδος της ενέργειας με 0,5%.