Τις εντεινόμενες ανησυχίες για νέες απειλές στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης φωτίζει νέα έκθεση της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ESRB), εστιάζοντας στους δεσμούς μεταξύ των παραδοσιακών τραπεζών και του ταχύτατα αναπτυσσόμενου τομέα της μη τραπεζικής χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης (NBFI).
Σύμφωνα με την έκθεση, ο τομέας των NBFI —ο οποίος περιλαμβάνει επενδυτικά κεφάλαια, ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία— ξεπερνά πλέον σε μέγεθος τον τραπεζικό τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αρχές προειδοποιούν ότι οι διασυνδέσεις αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως κανάλια μετάδοσης σοκ, ενισχύοντας τις συστημικές πιέσεις σε περιόδους κρίσης.
Η ανάλυση αποκαλύπτει τρεις κύριους ρόλους των τραπεζών που τις εκθέτουν σε κίνδυνο:
- Διαχείριση Ρευστότητας: Οι οντότητες NBFI βασίζονται στις τράπεζες για την κάλυψη των αναγκών τους σε ρευστότητα.
- Παροχή Μόχλευσης: Οι τράπεζες χρηματοδοτούν τις επενδύσεις των NBFI, βοηθώντας τες να αυξήσουν την έκθεσή τους στις αγορές.
- Διαμεσολάβηση στην Αγορά: Οι τράπεζες λειτουργούν ως διαπραγματευτές (market-makers), επιτρέποντας στα NBFI να διαχειρίζονται χρηματοοικονομικούς κινδύνους μέσω παραγώγων.
Οι τράπεζες έγιναν οφειλέτες
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της έκθεσης είναι ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης είναι, σε συνολικό επίπεδο, «καθαροί οφειλέτες» προς τον τομέα NBFI. Τα μη τραπεζικά ιδρύματα χρηματοδοτούν περίπου το 15% του ισολογισμού των τραπεζών της ευρωζώνης, κυρίως μέσω βραχυπρόθεσμων τοποθετήσεων.
Αυτή η εξάρτηση δημιουργεί σημαντικές ευπάθειες. Σε περίπτωση έντασης στις αγορές, οι οντότητες NBFI θα μπορούσαν να αποσύρουν μαζικά τη ρευστότητά τους για να καλύψουν δικές τους ανάγκες, προκαλώντας «στεγνωμα» στις αγορές repo και βραχυπρόθεσμων τίτλων. Οι τράπεζες με εξειδικευμένα επιχειρηματικά μοντέλα, όπως οι θεματοφύλακες και οι επενδυτικές τράπεζες, εμφανίζουν την υψηλότερη εξάρτηση, με τη χρηματοδότηση από NBFI να φτάνει έως και το 50% των καταθέσεών τους.
Η μόχλευση και τα hedge funds
Στην πλευρά του ενεργητικού, οι τράπεζες εκτίθενται μέσω δανείων και πράξεων αντίστροφων repos. Περίπου το 25% της συνολικής πιστωτικής έκθεσης των τραπεζών αφορά οντότητες με δυνητική μόχλευση.
Τα hedge funds: Αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή ευπάθειας, καθώς η δανειοδότηση τους από τις τράπεζες μέσω repos έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Παράλληλα, και τα επενδυτικά κεφάλαια που επενδύουν σε ακίνητα (CRE) χρησιμοποιούν τραπεζικά δάνεια για τη μόχλευση των χαρτοφυλακίων τους, καθιστώντας τις τράπεζες ευάλωτες σε περίπτωση πτώσης των τιμών των ακινήτων.
Ο ρόλος των παγκόσμιων συστημικών τραπεζών (G-SIBs)
Οι παγκόσμιες συστημικά σημαντικές τράπεζες (G-SIBs) της ευρωζώνης βρίσκονται στο επίκεντρο αυτών των διασυνδέσεων. Το μερίδιο αγοράς τους στους τομείς όπου τράπεζες και NBFI αλληλεπιδρούν υπερβαίνει κατά πολύ το μερίδιό τους στο συνολικό τραπεζικό σύστημα. Για παράδειγμα, δέκα μόλις τράπεζες διαμεσολαβούν στο 80% της ονομαστικής αξίας των παραγώγων που διαπραγματεύονται από NBFI.
Σημειώνεται ότι σε αυτή την ελίτ τραπεζών εντάσσονται, σύμφωνα με την τελευταία επικαιροποιημένη λίστα του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) για το 2025/2026, οι οι εξής τραπεζικοί όμιλοι:
Γαλλία: BNP Paribas, Groupe Crédit Agricole, Société Générale, Groupe BPCE
Γερμανία: Deutsche Bank
Ιταλία: UniCredit
Ισπανία: Santander
Ολλανδία: ING Bank
Το κενό στην πληροφόρηση
Η έκθεση κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα σημαντικά κενά δεδομένων. Οι αρχές συχνά δεν έχουν ορατότητα σε εκθέσεις εκτός ΕΕ ή σε συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε ξένα νομίσματα, όπως το δολάριο ΗΠΑ, το οποίο αποτελεί το κυρίαρχο νόμισμα στις συναλλαγές παραγώγων και repo. Η έλλειψη διαφάνειας σχετικά με τα επίπεδα μόχλευσης των hedge funds και των private equity funds δυσχεραίνει την πλήρη αξιολόγηση των κινδύνων.
Η ΕΚΤ υπογραμμίζει την ανάγκη για επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα και ρυθμιστικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν την ικανότητα των τραπεζών να απορροφούν σοκ. Σε διαφορετική περίπτωση, μια κρίση στον «σκιώδη» χρηματοπιστωτικό τομέα θα μπορούσε γρήγορα να μετατραπεί σε τραπεζική κρίση, με απρόβλεπτες συνέπειες για την πραγματική οικονομία.