Τράπεζες

Εθνική: +23% τα κέρδη στο πρώτο τρίμηνο - Εκταμιεύσεις δανείων +50%


Σημαντική άνοδο των κερδών καταγράφουν τα οικονομικά μεγέθη της Εθνικής Τράπεζας για το α’ τρίμηνο.

Ειδικότερα, τα κέρδη του ομίλου ανήλθαν σε 0,34 δισ. ευρώ (+23% σε τριμηνιαία βάση), αποτυπώνοντας την ανθεκτικότητα των εσόδων.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους παρέμειναν σε αναπτυξιακή τροχιά το Α’ τρίμηνο 2026, σημειώνοντας αύξηση +2% σε τριμηνιαία βάση, ως αποτέλεσμα της υγιούς επέκτασης του Ενεργητικού της ΕΤΕ, ενώ το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο εμφάνισε σταθεροποιητικές τάσεις, καθώς η συμπίεση στο περιθώριο επιτοκίου δανείων έχει υποχωρήσει.

Οι τάσεις αυτές αναμένεται να συνεχιστούν, ενώ μια ανοδική πορεία των επιτοκίων αναφοράς, εφόσον διατηρηθεί, θα προσφέρει επιπλέον στήριξη.

Η αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα το Α’ τρίμηνο 2026 (+8% σε ετήσια βάση), με αιχμή του δόρατος τη συνεχιζόμενη αύξηση των προμηθειών από επενδυτικά προϊόντα.

Η επίδοση αυτή αντανακλά τις επιτυχημένες σταυροειδείς πωλήσεις της Τράπεζας, με αποτέλεσμα την εντυπωσιακή αύξηση του μεριδίου αγοράς της στα αμοιβαία κεφάλαια κατά +0,7 π.μ. από την αρχή του έτους και +7,0 π.μ. από το τέλος του 2023. Σε τριμηνιαία βάση, η μείωση των καθαρών εσόδων από προμήθειες αντανακλά την αρνητική επίδραση βάσης, λόγω των ισχυρών εποχικά εκταμιεύσεων το Δ’ τρίμηνο 2025

Οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά +8,4% σε ετήσια βάση το Α’ τρίμηνο 2026, συνδυάζοντας τη συγκράτηση των εξόδων με τη δέσμευση της ΕΤΕ για επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο μέσω προσλήψεων (αξιοποιώντας παράλληλα τα προγράμματα Εθελουσίας Εξόδου Προσωπικού) και μεταβλητών αμοιβών, καθώς και στην τεχνολογία και τις ψηφιακές υποδομές, με απτά οφέλη στην παραγωγικότητα, την εμπορική αποτελεσματικότητα, τις ψηφιακές δυνατότητες, καθώς και την προστασία της ΕΤΕ έναντι των κινδύνων του κυβερνοχώρου.

Ο δείκτης κόστους προς έσοδα ύψους 35,7%2 (34,3% σε δημοσιευμένη βάση) είναι εντός του στόχου που έχει τεθεί για το έτος.

Το κόστος πιστωτικού κινδύνου παρέμεινε αμετάβλητο σε τριμηνιαία βάση στις 39 μ.β. το Α’ τρίμηνο 2026, ως αποτέλεσμα των ευνοϊκών τάσεων στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και των ποσοστών κάλυψης από προβλέψεις που βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της αγοράς σε όλα τα Στάδια δανείων.

Η απόδοση ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων διαμορφώθηκε σε 15,3%2 (16,3% σε δημοσιευμένη βάση), ή 20,0% αναπροσαρμόζοντας για το υπερβάλλον κεφάλαιο CET1, εντός του στόχου ~15% που έχει τεθεί για το έτος.

Παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι εκταμιεύσεις κατά το Α’ τρίμηνο 2026 παρουσίασαν επιτάχυνση σε σχέση με το Α’ τρίμηνο 2025, σημειώνοντας αύξηση κατά σχεδόν 50% σε ετήσια βάση, οδηγώντας σε πιστωτική επέκταση ύψους +€0,5 δισ. σε τριμηνιαία βάση σε ένα εποχικά αδύναμο τρίμηνο. Οι εκταμιεύσεις τον Απρίλιο 2026 παρέμειναν υψηλές, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη της ΕΤΕ όσον αφορά στην επίτευξη του στόχου της για το έτος.

Η πιστωτική επέκταση το Α’ τρίμηνο 2026 οφείλεται κυρίως στην Εταιρική Τραπεζική. Η Λιανική Τραπεζική συνέβαλε επίσης θετικά (εκταμιεύσεις +30% περίπου σε ετήσια βάση), αποτυπώνοντας την αύξηση του μεριδίου αγοράς της ΕΤΕ στα στεγαστικά δάνεια, τα δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις και τα καταναλωτικά δάνεια.

Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά +€2 δισ. σε ετήσια βάση, χάρη στην αύξηση των καταθέσεων όψεως και ταμιευτηρίου. Η μετακύλιση προθεσμιακών καταθέσεων προς τα αμοιβαία κεφάλαια της Τράπεζας συνεχίζεται παράλληλα με την εντυπωσιακή αύξηση των μεριδίων αγοράς μας στα αμοιβαία κεφάλαια κατά >7 π.μ. από το τέλος του 2023 και >70 μ.β. από την αρχή του έτους, με πολλαπλά οφέλη τόσο στα έσοδα από προμήθειες όσο και στο μίγμα και το κόστος χρηματοδότησης.

Τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων κινήθηκαν σταθεροποιητικά σε τριμηνιαία βάση, με το συνολικό κόστος χρηματοδότησης της Τράπεζας να διαμορφώνονται σε <70 μ.β., αντανακλώντας το μίγμα καταθέσεών.

Η αύξηση των χρεογράφων σταθερής απόδοσης σε ~€25 δισ. αποτυπώνει τη δυναμική του Ισολογισμού της ΕΤΕ, αξιοποιώντας τη ρευστότητά προς όφελος των μελλοντικών καθαρών επιτοκιακών της εσόδων, παράλληλα με τη πιστωτική της επέκταση.

Ο δείκτης ΜΕΑ διαμορφώθηκε σε 2,4%, αποτυπώνοντας τις ευνοϊκές τάσεις στην ποιότητα του δανειακού μας χαρτοφυλακίου. Οι δείκτες κάλυψης από προβλέψεις παραμένουν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη σε όλα τα Στάδια δανείων, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της τράπεζας σε περιόδους αβεβαιότητας.

Μυλωνάς: Πλεονέκτημα η κεφαλαιακή θέση

Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΤΕ Παύλος Μυλωνάς τόνισε τα άκόλουθα:

«Η ελληνική οικονομία εισήλθε στο 2026 υποστηριζόμενη από την ισχυρή κεκτημένη δυναμική και τα βελτιωμένα θεμελιώδη μεγέθη της, παραμένοντας σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης και υπεραπόδοσης έναντι της Ευρωζώνης για ακόμη ένα έτος. Εν μέσω αναζωπύρωσης της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η Ελλάδα
επωφελείται από την αυξημένη προσαρμοστικότητά της, στηριζόμενη σε ισχυρά δημοσιονομικά αποθέματα και τη βελτιωμένη χρηματοοικονομική θέση του ιδιωτικού τομέα.

Βασικοί θετικοί καταλύτες είναι η κορύφωση της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης και το σημαντικό απόθεμα επενδυτικών έργων που βρίσκονται σε φάση υλοποίησης. Ταυτόχρονα, οι διαρθρωτικές βελτιώσεις στον τομέα της ενέργειας, καθώς και η διαφοροποίηση των εξαγωγών και της τουριστικής ζήτησης ενισχύουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα έναντι των αναδυόμενων κινδύνων, επιτρέποντας στην Ελλάδα να παραμείνει στο ανοδικό στάδιο του επενδυτικού κύκλου.

]Σε αυτό το πλαίσιο, η επίδοση της Τράπεζας κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 2026 αντικατοπτρίζει την ισχυρή δυναμική της Ελληνικής οικονομίας και του Ισολογισμού μας, θέτοντας τις βάσεις για την επίτευξη των στόχων που έχουμε θέσει για το έτος. Κατά το Α’ τρίμηνο 2026, τα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε €0,34 δισ.1, ήτοι σε €1,431,2 ανά μετοχή, ενώ η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε σε 15,3%1,2, ή 20,0% αναπροσαρμόζοντας για το υπερβάλλον κεφάλαιο CET1.

Τα ισχυρά αποτελέσματα της Τράπεζας αντανακλούν την επιταχυνόμενη ανάκαμψη των καθαρών εσόδων από τόκους, ως αποτέλεσμα της υγιούς πιστωτικής επέκτασης, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη αύξηση στα έσοδα από προμήθειες και τα λοιπά μη επιτοκιακά έσοδα.

Η κεφαλαιακή μας θέση παραμένει βασικό συγκριτικό μας πλεονέκτημα, συνδυάζοντας τις υψηλές αποδόσεις στους μετόχους μας με τα ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα εν μέσω ενός ρευστού γεωπολιτικού περιβάλλοντος, παρέχοντας ανθεκτικότητα και σημαντική στρατηγική ευελιξία. Με την περίοδο συσσώρευσης κεφαλαίου να έχει ολοκληρωθεί, επικεντρωνόμαστε πλέον στην ενεργή αξιοποίηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου μας.

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 17,4%3 το Α’ τρίμηνο 2026, ενσωματώνοντας την υψηλότερη διανομή κερδών στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο συνολικού ύψους €1 δισ.4 μέσω μερίσματος σε μετρητά και επαναγοράς ίδιων μετοχών, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευσή μας για προοδευτική αξιοποίηση των κεφαλαιακών μας αποθεμάτων.

Παράλληλα, προχωρήσαμε σε ένα σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της δημιουργίας εσόδων από προμήθειες, υπογράφοντας Μνημόνιο Συνεργασίας που αποτυπώνει την πρόθεσή μας να προχωρήσουμε σε μακροχρόνια στρατηγική συνεργασία στον τομέα του bancassurance με την Allianz, έναν από τους κορυφαίους ασφαλιστικούς ομίλους παγκοσμίως.

Το Μνημόνιο Συνεργασίας προβλέπει επίσης την πρόθεσή μας να αποκτήσουμε μειοψηφική συμμετοχή 30% στην Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη, υπό την αίρεση λήψεως των απαραίτητων κανονιστικών εγκρίσεων. Η στρατηγική αυτή συνεργασία αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τα έσοδα από ασφαλιστικές δραστηριότητες (~4x), αξιοποιώντας ένα ολοκληρωμένο και ανταγωνιστικό χαρτοφυλάκιο προϊόντων, καθώς και την τεχνογνωσία και τις προηγμένες ψηφιακές δυνατότητες της Allianz. Σε επίπεδο κερδοφορίας, θα συμβάλει στην αύξηση της απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κατά >50 μ.β., ενισχύοντας τα κέρδη ανά μετοχή κατά +4%.

Επιπλέον, ενισχύει την ικανότητά μας να παρέχουμε βελτιωμένες, πελατοκεντρικές ασφαλιστικές λύσεις, διατηρώντας παράλληλα ένα μοντέλο χαμηλών κεφαλαιακών απαιτήσεων, συμβάλλοντας έτσι στη βιώσιμη αύξηση των κερδών και τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας για τους μετόχους μας.

Εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η στρατηγική μας προτεραιότητα παραμένει σαφής: να ενισχύσουμε τον ρόλο μας ως αξιόπιστου χρηματοοικονομικού εταίρου της ελληνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα εξελισσόμαστε ως ένας προοδευτικός και τεχνολογικά προηγμένος οργανισμός. Καθώς ολοκληρώνουμε τη μετάβαση στο νέο Σύστημα Βασικών Τραπεζικών Εργασιών, βρισκόμαστε σε πλεονεκτική θέση έναντι άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών, καθώς έχουμε τη δυνατότητα για ταχύτερη ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και περαιτέρω ενίσχυση της λειτουργικής μας ανθεκτικότητας.

Ταυτόχρονα, οι συνεχείς επενδύσεις στους ανθρώπους μας και η προώθηση του ψηφιακού μας μετασχηματισμού βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα σε όλα τα επίπεδα του οργανισμού, διασφαλίζοντας υπηρεσίες υψηλής ποιότητας για τους πελάτες μας. Αυτές οι προσπάθειες ενισχύουν την ικανότητά μας να επεκτείνουμε συστηματικά το δανειακό μας χαρτοφυλάκιο, να στηρίζουμε πιο αποτελεσματικά τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και να αντιμετωπίζουμε με σιγουριά τη γεωπολιτικήαστάθεια, δημιουργώντας αξία για τους πελάτες και τους μετόχους μας».

Διαβαστε επισης