Τράπεζες

Ακριβότερα τα ήδη ακριβά δάνεια για τις επιχειρήσεις


Στις χώρες με το υψηλότερο κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων συγκαταλέγεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΚΤ, ενώ οι επιβαρύνσεις «φουσκώνουν» για τις περισσότερες επιχειρήσεις, μετά την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 0,25%.

Αποτυπώνοντας την εικόνα που υπήρχε τον Απρίλιο, η ΕΚΤ κατέγραψε ότι στην κατηγορία των δανείων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις η Ελλάδα κατατάσσεται στην έκτη θέση των χωρών με το υψηλότερο κόστος, με το μέσο επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 4,48%.

Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει αισθητά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος κινείται στο 3,62%. Αν και ορισμένες οικονομίες, όπως η Ιρλανδία (4,93%) και η Εσθονία (4,76%), καταγράφουν υψηλότερα κόστη δανεισμού, η μέση ελληνική επιχείρηση καλείται να λειτουργήσει με σαφές μειονέκτημα ανταγωνιστικότητας έναντι των Ευρωπαίων εταίρων της.

Ακόμη πιο ασφυκτική παραμένει η κατάσταση για τους ελεύθερους επαγγελματίες, που αξιολογούνται από τις τράπεζες ως δανειολήπτες υψηλότερου κινδύνου. Στη συγκεκριμένη κατηγορία, η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δυσμενή δεύτερη θέση στην Ευρωζώνη, με το επιτόκιο να εκτινάσσεται στο 5,34%.

Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος βρίσκεται στο 4,09%, είναι χαοτική. Η χώρα μας ξεπερνιέται σε ακριβό δανεισμό μόνο από τη Σλοβακία (6,40%), την ίδια ώρα που οι επαγγελματίες στη Γαλλία, για παράδειγμα, απολαμβάνουν ρευστότητα με επιτόκιο 3,27%.

Νέα επιβάρυνση

Τα ήδη ακριβά δάνεια για τις επιχειρήσεις γίνονται πλέον ακριβότερα μετά την αύξηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων κατά 0,25% που ανακοινώθηκε από την ΕΚΤ την περασμένη Πέμπτη.

Το συντριπτικό ποσοστό των επιχειρηματικών δανείων στην Ελλάδα έχει κυμαινόμενο επιτόκιο που συνδέεται άμεσα με το Euribor (συνήθως 3μήνου ή 6μήνου). Σύμφωνα με τα ιστορικά και τρέχοντα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και των συστημικών τραπεζών, το ποσοστό αυτό κινείται σταθερά σε επίπεδα άνω του 85% με 90% του συνολικού χαρτοφυλακίου των εταιρικών χορηγήσεων.

Σε αντίθεση με τη στεγαστική πίστη, όπου τα τελευταία χρόνια υπήρξε μαζική στροφή προς τα σταθερά επιτόκια (λόγω της επιθετικής πολιτικής της ΕΚΤ), στην επιχειρηματική πίστη η εικόνα παραμένει δομικά διαφορετική. Αυτό οφείλεται σε τρεις βασικούς λόγους:

  1.  Ένα μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού δανεισμού αφορά κεφάλαια κίνησης, γραμμές πίστωσης (αλληλόχρεους λογαριασμούς) και βραχυπρόθεσμες χορηγήσεις. Αυτά τα προϊόντα τιμολογούνται σχεδόν αποκλειστικά με κυμαινόμενο επιτόκιο (Euribor πλέον του τραπεζικού περιθωρίου/spread και της εισφοράς του Ν. 128/75).
  2.  Οι τράπεζες προτιμούν το κυμαινόμενο επιτόκιο στις επιχειρήσεις για να μετακυλίουν άμεσα τον επιτοκιακό κίνδυνο. Εάν προσέφεραν μαζικά σταθερά επιτόκια σε μεγάλα εταιρικά δάνεια, θα έπρεπε να αναλάβουν υψηλό κόστος αντιστάθμισης κινδύνου (hedging).
  3. Παραδοσιακά, πολλοί επιχειρηματίες προτιμούσαν το κυμαινόμενο επιτόκιο προκειμένου να επωφελούνται άμεσα στις περιόδους νομισματικής χαλάρωσης, θεωρώντας το κόστος «κλειδώματος» ενός μακροπρόθεσμου σταθερού επιτοκίου ως ασύμφορο ασφάλιστρο.

Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελούν κυρίως συγκεκριμένα στοχευμένα προγράμματα (όπως κάποια συγχρηματοδοτούμενα από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, π.χ. ΤΕΠΙΧ) ή δάνεια μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), όπου μπορεί να παρέχεται επιδότηση επιτοκίου ή σταθερό κόστος χρήματος για τα πρώτα έτη αποπληρωμής. Ωστόσο, αυτά αφορούν ένα περιορισμένο τμήμα της συνολικής αγοράς.