Στροφή στις επενδύσεις για την τεχνητή νοημοσύνη και τον ψηφιακό μετασχηματισμό καταγράφουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες εμφανίζονται αισιόδοξες για την πορεία των δραστηριοτήτων τους, αλλά ταυτόχρονα πιο επιφυλακτικές απέναντι στο συνολικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας "EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα 2026", η γραφειοκρατία παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο για το επιχειρείν, ενώ το αυξανόμενο εργατικό κόστος, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση συνεχίζουν να αποτελούν βασικές προκλήσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα του επιχειρηματικού μετασχηματισμού. Το 83% των επιχειρηματιών δηλώνει ότι η χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης αυξήθηκε κατά τους τελευταίους 12 μήνες, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης (76%).
Αντίστοιχα, το 71% καταγράφει αυξημένη αξιοποίηση της ανάλυσης δεδομένων, επιβεβαιώνοντας ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις επιταχύνουν την υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών.
Οι επιχειρηματίες θεωρούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα λειτουργήσει κυρίως ως εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας. Τρεις στους τέσσερις (75%) εκτιμούν ότι μέσα στην επόμενη τριετία η σημαντικότερη συμβολή της θα αφορά τις επιχειρησιακές λειτουργίες και την παραγωγικότητα, ενώ το 60% αναμένει ταχύτερη και ποιοτικότερη λήψη αποφάσεων.
Παρά την αυξημένη χρήση της τεχνολογίας, οι επενδύσεις παραμένουν συγκρατημένες. Το 39% των επιχειρήσεων έχει επενδύσει έως 25.000 ευρώ στην τεχνητή νοημοσύνη και σε άλλες ψηφιακές τεχνολογίες κατά την τελευταία τριετία, ενώ μία στις πέντε δεν έχει πραγματοποιήσει καμία σχετική επένδυση. Ωστόσο, αυξάνεται το ποσοστό όσων επενδύουν πάνω από 100.000 ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει σταδιακή ωρίμανση της αγοράς.
Η καινοτομία περνά πρώτα από την οργάνωση
Η έρευνα δείχνει ότι οι επιχειρήσεις δεν περιορίζουν την καινοτομία αποκλειστικά στην ανάπτυξη νέων προϊόντων. Για τους επόμενους 12 μήνες, το 59% δίνει προτεραιότητα στην οργανωσιακή καινοτομία, δηλαδή στη βελτίωση των διαδικασιών, των δομών και της λειτουργίας της επιχείρησης, έναντι της καινοτομίας προϊόντων (53%) και των παραγωγικών διαδικασιών (38%).
Ταυτόχρονα, το 69% δηλώνει ότι η ψηφιακή ωριμότητα της επιχείρησής του αυξήθηκε μέσα στον τελευταίο χρόνο, ενώ το 62% αναφέρει ενίσχυση των επενδύσεων στην εκπαίδευση και ανάπτυξη των εργαζομένων. Αντίστοιχα, το 60% βλέπει βελτίωση στη λειτουργική αποδοτικότητα και το 59% στο επίπεδο καινοτομίας.
Η γραφειοκρατία παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο
Παρά τη σημαντική πρόοδο στην ψηφιοποίηση του Δημοσίου, η γραφειοκρατία παραμένει το σημαντικότερο πρόβλημα για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα. Το 78% των επιχειρηματιών τη θεωρεί το μεγαλύτερο εμπόδιο, ενώ το 35% χαρακτηρίζει το κανονιστικό πλαίσιο ιδιαίτερα πολύπλοκο και απαιτητικό σε πόρους. Επιπλέον, το 29% εκτιμά ότι λειτουργεί ανασταλτικά για την καινοτομία και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, οι περισσότεροι συμμετέχοντες δηλώνουν ότι οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων δύο ετών δεν έχουν ακόμη επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεών τους.
Οι επενδύσεις μεταφέρονται στον ψηφιακό μετασχηματισμό
Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πρόθυμες να συνεχίσουν τις επενδύσεις τους, αλλά αλλάζουν τις προτεραιότητές τους. Το 63% σχεδιάζει επενδύσεις σε πληροφοριακά συστήματα και λογισμικό, ενώ το 51% σε τεχνολογίες αυτοματοποίησης διαδικασιών.
Αντίθετα, υποχωρεί η διάθεση για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό (48%, από 62% το 2025) και σε νέες εγκαταστάσεις (38%, από 45%).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος χρηματοδότησης των επενδύσεων. Οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως στην αυτοχρηματοδότηση, καθώς το 66% χρησιμοποιεί ίδια κεφάλαια και επανεπένδυση κερδών, ενώ μόλις το 20% στρέφεται στον τραπεζικό δανεισμό.
Ως βασικοί ανασταλτικοί παράγοντες για νέες επενδύσεις αναφέρονται ο οικονομικός κίνδυνος και η αβεβαιότητα της αγοράς (50%), καθώς και η γεωπολιτική αστάθεια (44%).
Προσλήψεις με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα
Παρά τη γενικότερη αισιοδοξία, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο συγκρατημένες σε ό,τι αφορά την αύξηση του προσωπικού τους. Το 53% σχεδιάζει προσλήψεις εργαζομένων πλήρους απασχόλησης μέσα στους επόμενους 12 μήνες, έναντι 67% το 2025, ενώ το 32% σκοπεύει να διατηρήσει αμετάβλητο τον αριθμό των εργαζομένων. Παράλληλα, αυξάνεται η πρόθεση συνεργασίας με εξωτερικούς συνεργάτες και freelancers, η οποία φτάνει στο 20%.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στις προσλήψεις παραμένει η έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων, καθώς το 69% δηλώνει δυσκολία εύρεσης υποψηφίων με τα απαραίτητα προσόντα, ενώ το 51% αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εύρεση εργαζομένων με την απαιτούμενη εμπειρία.
Την ίδια στιγμή, η διαχείριση του εργατικού κόστους αναδεικνύεται στη σημαντικότερη πρόκληση για τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού. Περισσότεροι από τους μισούς επιχειρηματίες (52%) θεωρούν ότι η αύξηση του κόστους εργασίας, σε συνδυασμό με την ανάγκη παροχής ανταγωνιστικών αποδοχών, αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη δυσκολία, ξεπερνώντας ακόμη και την προσέλκυση και διατήρηση ταλέντου.
Αυξάνεται η πίεση από το κόστος
Η έρευνα αποτυπώνει έντονη ανησυχία για την εξέλιξη του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων. Το 89% θεωρεί ότι η αύξηση του εργατικού κόστους αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα επιβάρυνσης, ενώ ακολουθούν τα λειτουργικά έξοδα (83%), οι πληθωριστικές πιέσεις (72%), η γεωπολιτική αστάθεια (74%) και το αυξημένο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών (63%).
Οι οικογενειακές επιχειρήσεις παραμένουν επιφυλακτικές
Η οικονομική αβεβαιότητα επηρεάζει και τις αποφάσεις για την επόμενη ημέρα των επιχειρήσεων. Σχεδόν επτά στους δέκα επιχειρηματίες (69%) δηλώνουν ότι δεν εξετάζουν την πώληση της εταιρείας τους μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ενώ μεταξύ των οικογενειακών επιχειρήσεων η διαδοχή εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο ζητούμενο. Αν και το 45% τη θεωρεί κορυφαία πρόκληση, μόλις το 31% διαθέτει επίσημο σχέδιο διαδοχής, ενώ το 33% δεν έχει ακόμη ασχοληθεί οργανωμένα με το ζήτημα.
Η εικόνα που αποτυπώνει η έρευνα είναι εκείνη μιας επιχειρηματικής κοινότητας που επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό και επενδύει στην καινοτομία, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαχρονικές αδυναμίες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, οι οποίες περιορίζουν τον ρυθμό ανάπτυξης και την ανταγωνιστικότητά της.