Κοινωνική Ευθύνη

Το ESG μετά το Omnibus της ΕΕ: Η στιγμή που η Ευρώπη «πάτησε φρένο»


Για χρόνια, το ESG παρουσιαζόταν σχεδόν ως ιστορική αναγκαιότητα. Οι επιχειρήσεις έπρεπε να μετρούν, να δημοσιοποιούν, να αποδεικνύουν. Η Ευρώπη έχτιζε ένα όλο και πιο πυκνό πλέγμα κανόνων γύρω από τις εκπομπές, τις αλυσίδες εφοδιασμού, τη διαφάνεια και τη βιωσιμότητα. Κάπου ανάμεσα στις εκθέσεις συμμόρφωσης, στα χιλιάδες σημεία δεδομένων και στις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις, όμως, άρχισε να αναδύεται ένας προβληματισμός: πόσο αντέχει η ευρωπαϊκή οικονομία να ρυθμίζει τον εαυτό της, χωρίς να χάνει έδαφος απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα;

Το 2026 η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πήρε νομοθετική μορφή. Το λεγόμενο πακέτο "Omnibus I" δεν καταργεί το ESG. Αλλάζει όμως ριζικά τη φιλοσοφία του. Και μαζί αλλάζει τις ισορροπίες για χιλιάδες επιχειρήσεις, ανάμεσά τους και πολλές ελληνικές.

Στις 24 Φεβρουαρίου 2026, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσε την τελική έγκριση στη μεγάλη αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής βιωσιμότητας, με βασικό στόχο «τη μείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας».

Πίσω από τη σχετικά τεχνοκρατική γλώσσα, η ουσία είναι σαφής: η Ευρώπη υποχωρεί από το πιο φιλόδοξο και απαιτητικό μοντέλο υποχρεωτικού ESG reporting που είχε ποτέ επιχειρήσει να επιβάλει.

Η αλλαγή αφορά κυρίως την Οδηγία για την Υποβολή Εκθέσεων Εταιρικής Βιωσιμότητας (CSRD) και την Οδηγία για τη Δέουσα Επιμέλεια ως προς τη Βιωσιμότητα των Επιχειρήσεων (CSDDD ή CS3D). Πρόκειται για τους δύο βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους είχε οικοδομηθεί το νέο ευρωπαϊκό σύστημα εταιρικής λογοδοσίας.

Μέχρι πρόσφατα, η κατεύθυνση ήταν σαφής: όλο και περισσότερες εταιρείες θα έμπαιναν σταδιακά σε υποχρεωτικό καθεστώς αναφοράς ESG. Το Omnibus αντιστρέφει αυτή τη λογική. Το νέο όριο εφαρμογής της CSRD μεταφέρεται πλέον κυρίως σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 1.000 εργαζομένους και ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 450 εκατ. ευρώ.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων που προετοιμάζονταν για υποχρεωτική αναφορά βιωσιμότητας βγαίνει πλέον εκτός πεδίου εφαρμογής. Εξειδικευμένες αναλύσεις κανονιστικής συμμόρφωσης εκτιμούν ότι περίπου το 80% των εταιρειών που αρχικά θα υπάγονταν στην CSRD εξαιρούνται πλέον από το πλήρες υποχρεωτικό καθεστώς αναφοράς.

Για την Ελλάδα αυτό μεταφράζεται σε μια νέα πραγματικότητα. Μεγάλες εισηγμένες, τράπεζες, ενεργειακοί όμιλοι, εταιρείες υποδομών και πολυεθνικές θυγατρικές παραμένουν εντός του πυρήνα των υποχρεώσεων. Όμως πολλές μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις -ακόμη και εισηγμένες μικρότερου μεγέθους- μπορούν να απαλλαγούν από ένα σημαντικό μέρος του κόστους συμμόρφωσης.

Δεν πρόκειται μόνο για λιγότερα έγγραφα. Το προηγούμενο μοντέλο απαιτούσε συλλογή τεράστιου όγκου πληροφοριών: εκπομπές άνθρακα, ενεργειακά δεδομένα, πολιτικές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στοιχεία εφοδιαστικής αλυσίδας, αξιολόγηση κινδύνων, ποσοτικοποιήσεις επιπτώσεων και λεπτομερείς δείκτες εταιρικής διακυβέρνησης.

Για πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη, το κόστος ήταν ήδη ορατό. Χρειάζονταν νέα λογισμικά, εξωτερικοί σύμβουλοι, ομάδες συμμόρφωσης, εσωτερικοί έλεγχοι και συστήματα διαχείρισης δεδομένων. Το ESG είχε αρχίσει να μετατρέπεται από στρατηγική βιωσιμότητας σε βαριά διοικητική υποχρέωση.

Η νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση προσπαθεί να περιορίσει ακριβώς αυτό το φαινόμενο. Το Omnibus μειώνει τα απαιτούμενα σημεία γνωστοποίησης, περιορίζει το λεγόμενο "trickle-down effect" -δηλαδή τη μεταφορά πίεσης από μεγάλες εταιρείες προς μικρότερους προμηθευτές- και απλοποιεί μέρος των Ευρωπαϊκών Προτύπων Αναφοράς Βιωσιμότητας (ESRS).

Η Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (EFRAG), που έχει αναλάβει την τεχνική διαμόρφωση των προτύπων, επεξεργάζεται ήδη νέα, πιο απλουστευμένα πρότυπα. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα, οι υποχρεωτικές γνωστοποιήσεις ενδέχεται να μειωθούν ακόμη και κατά 60%-70%.

Το πολιτικό μήνυμα πίσω από αυτή τη μεταστροφή είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον από το ίδιο το ρυθμιστικό περιεχόμενο. Η Ευρώπη δείχνει να αποδέχεται, ότι το προηγούμενο μοντέλο ESG είχε αρχίσει να θεωρείται, σε τμήμα της αγοράς, εμπόδιο ανταγωνιστικότητας.

Η συζήτηση αυτή εντάθηκε ιδιαίτερα μετά τις εκθέσεις για τη μείωση της ευρωπαϊκής παραγωγικότητας και τις πιέσεις που δέχθηκαν οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες από το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις αμερικανικές επιδοτήσεις και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις επίσημες ανακοινώσεις του Συμβουλίου της ΕΕ, η λέξη «ανταγωνιστικότητα» εμφανίζεται επανειλημμένα ως βασική αιτιολόγηση της μεταρρύθμισης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ESG χάνει τη σημασία του. Σημαίνει ότι αλλάζει μορφή.

Για τις μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, ειδικά εκείνες που εξαρτώνται από διεθνή κεφάλαια ή τραπεζική χρηματοδότηση, οι πιέσεις δεν εξαφανίζονται. Οι τράπεζες συνεχίζουν να ενσωματώνουν κριτήρια κλιματικού κινδύνου στις χρηματοδοτήσεις. Οι επενδυτές εξακολουθούν να ζητούν ποιοτικά δεδομένα βιωσιμότητας. Οι πολυεθνικές συνεχίζουν να πιέζουν τις αλυσίδες προμηθευτών τους για στοιχεία εκπομπών, ενέργειας και διακυβέρνησης.

Με άλλα λόγια, ακόμη και εταιρείες που βγαίνουν εκτός νομικού πεδίου εφαρμογής μπορεί να παραμείνουν εγκλωβισμένες σε ένα άτυπο καθεστώς ESG απαιτήσεων.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον παράδοξο της νέας εποχής. Η Ευρώπη χαλαρώνει τους κανόνες, αλλά η αγορά δεν φαίνεται έτοιμη να εγκαταλείψει εντελώς τη λογική της βιωσιμότητας.

Η ίδια η συζήτηση γύρω από το Omnibus αποκαλύπτει αυτή τη σύγκρουση. Μέρος των επενδυτών και των οργανώσεων βιωσιμότητας θεωρεί ότι η ΕΕ υποχωρεί επικίνδυνα από τον ρόλο της ως παγκόσμιου ρυθμιστή βιώσιμης χρηματοδότησης. Η Ολλανδή ευρωβουλευτής Lara Wolters προειδοποίησε πρόσφατα, ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να «πυροβολήσει το πόδι της», αποδυναμώνοντας τη διαφάνεια και τη λογοδοσία των επιχειρήσεων.

Η αντίθετη άποψη, όμως, υποστηρίζει ότι η προηγούμενη εκδοχή του ESG είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την οικονομική πραγματικότητα των επιχειρήσεων και να δημιουργεί ένα περιβάλλον υπερρύθμισης χωρίς αντίστοιχο ανταγωνιστικό όφελος.

Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις διαμορφώνεται το νέο ευρωπαϊκό ESG του 2026: λιγότερο ιδεολογικό, περισσότερο χρηματοοικονομικό, λιγότερο επικοινωνιακό, περισσότερο συνδεδεμένο με κίνδυνο, χρηματοδότηση και ανθεκτικότητα.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, αυτό πιθανότατα σημαίνει το τέλος της εποχής που το ESG αντιμετωπιζόταν κυρίως ως εταιρική εικόνα.

Από εδώ και πέρα, θα αφορά κυρίως πρόσβαση σε κεφάλαια, κόστος δανεισμού, ενεργειακή στρατηγική, ανθεκτικότητα εφοδιαστικής αλυσίδας και αξιοπιστία δεδομένων.

Διαβαστε επισης