Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ξοδεύουν δισεκατομμύρια ευρώ για ψηφιακό μετασχηματισμό, ωστόσο η μεγαλύτερη έλλειψη που καταγράφουν δεν είναι σε λογισμικό, δεδομένα ή υπολογιστική ισχύ, αλλά σε ανθρώπους. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ καταγράφει την έλλειψη δεξιοτήτων ως το σημαντικότερο εμπόδιο επιχειρηματικού μετασχηματισμού για το 63% των εργοδοτών παγκοσμίως, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα αναμένουν ότι θα χρειαστούν σημαντική αναβάθμιση δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού τους έως το 2030.
Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει σταδιακά και την ισορροπία μέσα στο ESG. Την τελευταία πενταετία, η προσοχή επενδυτών, εποπτικών αρχών και επιχειρήσεων επικεντρώθηκε κυρίως στις εκπομπές άνθρακα, στην ενέργεια και στην πράσινη μετάβαση. Σήμερα, όμως, το "S" του ESG, το οποίο συχνά βρισκόταν στη σκιά των περιβαλλοντικών στόχων, αποκτά ξανά οικονομικό βάρος. Tο ανθρώπινο δυναμικό γίνεται ζήτημα ανταγωνιστικότητας, με επίκεντρο την ικανότητα μίας επιχείρησης να προσελκύσει, να αναπτύξει και να διατηρήσει τους ανθρώπους της.
Η έλλειψη προσωπικού δεν αφορά πλέον μόνο κλάδους υψηλής εξειδίκευσης. Από τη βιομηχανία και τις κατασκευές, έως την τεχνολογία, τη φιλοξενία και τις μεταφορές, οι επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη αναφέρουν δυσκολίες στην κάλυψη θέσεων εργασίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας των δημογραφικών τάσεων. Η γήρανση του πληθυσμού σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες συμπίπτει με την ανάγκη για νέες δεξιότητες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την πράσινη οικονομία.
Αυτό δημιουργεί μια ασυνήθιστη συνθήκη. Ενώ οι επιχειρήσεις επενδύουν σε τεχνολογία για να αυξήσουν την παραγωγικότητα, ανακαλύπτουν ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Η απόδοση μιας επένδυσης εξαρτάται από την ικανότητα των εργαζομένων να προσαρμοστούν σε νέα εργαλεία, νέες διαδικασίες και νέους τρόπους εργασίας.
Η Deloitte σημειώνει ότι οι οργανισμοί που επιτυγχάνουν υψηλότερες επιδόσεις, δεν είναι κατ’ ανάγκη εκείνοι που υιοθετούν ταχύτερα νέες τεχνολογίες, αλλά εκείνοι που καταφέρνουν να συνδυάσουν την τεχνολογική αλλαγή με την ανάπτυξη των ανθρώπων τους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική ανθρώπινου δυναμικού παύει να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα διοικητική λειτουργία και μετατρέπεται σε παράγοντα επιχειρηματικής απόδοσης.
Η ευεξία αποκτά οικονομική διάσταση
Η λέξη «ευεξία» χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, που κινδυνεύει να χάσει το νόημά της. Ωστόσο, πίσω από τον όρο υπάρχει ένα πραγματικό οικονομικό ζήτημα.
Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενα επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης, ψυχολογικής πίεσης και κόπωσης προσωπικού. Παράλληλα, η εξ αποστάσεως εργασία, τα υβριδικά μοντέλα και η συνεχής ψηφιακή διασύνδεση έχουν μεταβάλει ριζικά τα όρια μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Η παραγωγικότητα δεν επηρεάζεται μόνο από τις δεξιότητες ενός εργαζομένου, αλλά και από τη δυνατότητά του να διατηρεί υψηλή απόδοση σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτό και όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν την ψυχική υγεία, την πρόληψη εξουθένωσης και τη συνολική εργασιακή εμπειρία ως ζητήματα διαχείρισης κινδύνου. Όχι μόνο ως παροχές προς το προσωπικό.
Το ζητούμενο δεν είναι μια επιχείρηση να προσφέρει συγκεκριμένα προγράμματα ευεξίας, αλλά να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που επιτρέπει τη διατήρηση ταλέντου και τη σταθερή παραγωγικότητα.
Οι επενδυτές αρχίζουν να κοιτούν διαφορετικά δεδομένα
Το κοινωνικό σκέλος του ESG δεν είναι τόσο εύκολο να μετρηθεί. Οι εκπομπές άνθρακα, η κατανάλωση ενέργειας ή οι περιβαλλοντικοί στόχοι μπορούν να ποσοτικοποιηθούν σχετικά εύκολα. Η εταιρική κουλτούρα όχι.
Οι επενδυτές εξετάζουν πλέον δείκτες όπως η κινητικότητα προσωπικού, η διατήρηση στελεχών, οι επενδύσεις σε εκπαίδευση, η ασφάλεια στην εργασία και η σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού. Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά πρότυπα αναφοράς βιωσιμότητας (EFRAG) ενισχύουν σημαντικά τις απαιτήσεις γνωστοποίησης στοιχείων που αφορούν εργαζομένους και κοινωνικές επιπτώσεις.
Η αξία μιας εταιρείας δεν εξαρτάται μόνο από τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει ή τα προϊόντα που παράγει, αλλά και από την ικανότητά της να διατηρεί ένα παραγωγικό, σταθερό και επαρκώς καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Σε ορισμένους κλάδους αυτό είναι εξίσου σημαντικό με την πρόσβαση σε χρηματοδότηση ή πρώτες ύλες.
Δύο βασικές προκλήσεις για την Ελλάδα
Στην Ελλάδα δύο παράγοντες σχηματίζουν τις κυριότερες προκλήσεις:
- Ο πρώτος είναι το δημογραφικό. Η γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων περιορίζουν σταδιακά τη διαθέσιμη δεξαμενή εργαζομένων.
- Ο δεύτερος αφορά τη δομή της οικονομίας. Κλάδοι όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, η βιομηχανία, οι υπηρεσίες πληροφορικής και η ενέργεια αναζητούν όλο και πιο εξειδικευμένο προσωπικό, σε μια αγορά όπου η προσφορά δεν συμβαδίζει πάντα με τη ζήτηση.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια λιγότερο ορατή, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη, διάσταση του ESG. Όχι εκείνη που αφορά τις εκθέσεις βιωσιμότητας ή τους δείκτες εκπομπών, αλλά εκείνη που συνδέεται με την ικανότητα μιας εταιρείας να παραμένει ελκυστικός εργοδότης.