Κοινωνική Ευθύνη

DIMAND: Γιατί το μέλλον του real estate είναι η επανάχρηση


Τι αφήνει πίσω της μια ανάπτυξη ακινήτων, πέρα από ένα καινούργιο κτίριο;

Υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος να διαβάσει κανείς την έκθεση ESG μιας εταιρείας real estate. Όχι ξεκινώντας από τις πιστοποιήσεις και τα ποσοστά, αλλά από την ερώτηση τι συμβαίνει σε ένα ακίνητο όταν η ανάπτυξή του ολοκληρωθεί. Αν ένα εγκαταλειμμένο κτίριο ξαναμπαίνει στην οικονομική ζωή μιας πόλης, αν ένας παλιός βιομηχανικός χώρος αποκτά νέες χρήσεις, αν δημιουργούνται περισσότεροι χώροι πρασίνου και αν ένα κτίριο καταναλώνει λιγότερη ενέργεια σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, τότε το ESG παύει να είναι απλώς ένα κεφάλαιο μιας εταιρικής έκθεσης. Γίνεται μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου.

Αυτή είναι η λογική που περιγράφει η DIMAND στο ESG Report 2025, σε μια χρονιά που συμπλήρωσε 20 χρόνια δραστηριότητας. Η εταιρεία έχει ως βασική κατεύθυνση την αναγέννηση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος και την αξιοποίηση ακινήτων που είναι παλιά, ανενεργά ή υποαξιοποιημένα. Σήμερα διαθέτει pipeline ανάπτυξης περίπου 1,4 δισ. ευρώ και σχεδόν 469.000 τ.μ. μικτής αναπτύξιμης επιφάνειας, ενώ έχει αναπτύξει περισσότερα από 400.000 τ.μ. κτιρίων με πιστοποίηση LEED. Περισσότερο από το 35% των LEED BD+C πιστοποιημένων κτιρίων στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί από τη DIMAND.

Βέβαια η πιστοποίηση είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Μέχρι το τέλος του 2025 η εταιρεία είχε 25 πράσινες πιστοποιήσεις ή έργα σε σχετική διαδικασία, ενώ όλα τα κτίρια που ολοκληρώθηκαν μέσα στη χρονιά ήταν πιστοποιημένα ή εγγεγραμμένα προς πιστοποίηση με διεθνώς αναγνωρισμένα συστήματα, όπως LEED και BREEAM. Στα έργα που παραδόθηκαν το 2025 περιλαμβάνονται 5.170 τ.μ. με LEED Platinum και 70.000 τ.μ. με LEED Gold, ενώ άλλα περίπου 60.000 τ.μ. βρίσκονται σε διαδικασία πιστοποίησης WELL, που εστιάζει περισσότερο στις συνθήκες υγείας και ευεξίας των χρηστών.

Όταν το κτίριο γίνεται μέρος της πόλης

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αριθμοί αυτοί συνδέονται με συγκεκριμένα σημεία του αστικού χάρτη. Ο Πύργος Πειραιά, για παράδειγμα, έμεινε για σχεδόν μισό αιώνα εκτός ενεργού οικονομικής ζωής πριν επαναλειτουργήσει το 2024. Σήμερα, με LEED Platinum, ενεργειακή κλάση Α+, συστήματα διαχείρισης ενέργειας, υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, συλλογή βρόχινου νερού και παρεμβάσεις στο κέλυφος, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της προσέγγισης της εταιρείας: η βιώσιμη ανάπτυξη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη να χτιστεί κάτι καινούργιο, αλλά μπορεί να σημαίνει ότι ένα παλιό κτίριο αποκτά ξανά ζωή.

Η ίδια λογική εμφανίζεται στην Αθήνα με το MINION, το Patissia Office και άλλα έργα επανάχρησης, αλλά και στη Θεσσαλονίκη με τη FIX. Η ιστορική ζυθοποιία, που είχε παραμείνει σιωπηλή για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, σχεδιάζεται να μετατραπεί σε έναν μικτό προορισμό περίπου 68.700 τ.μ., με κατοικίες, γραφεία, λιανεμπόριο, φιλοξενία, πολιτισμό και δημόσιους χώρους. Το σχέδιο, με αρχιτεκτονική υπογραφή των Foster + Partners και στόχο LEED Gold για τα νέα κτίρια, επιχειρεί να συνδέσει τη βιομηχανική μνήμη της πόλης με νέες χρήσεις.

Στο HUB26 η κλίμακα αλλάζει. Το επιχειρηματικό πάρκο των 30.862 τ.μ. στη Θεσσαλονίκη έχει πιστοποίηση LEED Gold και φιλοξενεί καθημερινά σχεδόν 2.500 εργαζομένους. Στην ίδια πόλη, το πρώην συγκρότημα της Balkan Export σχεδιάζεται ως logistics park 120.000 τ.μ., με στόχο LEED Gold, ενώ οι νέες εγκαταστάσεις της Black Sea Trade and Development Bank στο HUB26, συνολικής επιφάνειας 5.170 τ.μ., έχουν σχεδιαστεί για LEED Platinum, με βιοκλιματικές αρχές, υλικά χαμηλών πτητικών οργανικών ενώσεων και προηγμένο σύστημα διαχείρισης του κτιρίου.

Το ESG μετριέται και έξω από το κτίριο

Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα δεν μετριέται όμως μόνο σε πιστοποιήσεις. Το 2025 η ένταση των εκπομπών Scope 1 και 2 μειώθηκε κατά 16,9%, ενώ η ένταση κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας κατά 7,7%. Στα αναπτυξιακά έργα, το 94% των κατασκευαστικών αποβλήτων εκτράπηκε από την ταφή και οδηγήθηκε σε διαδικασίες ανάκτησης και ανακύκλωσης. Η εταιρεία έχει επίσης εντάξει τη διαχείριση του νερού, των υλικών, της σκόνης, του θορύβου, των αποβλήτων και των κινδύνων ρύπανσης στον σχεδιασμό των εργοταξίων, με ειδικές διαδικασίες που εφαρμόζονται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.

Υπάρχει και κάτι που δύσκολα χωρά σε έναν δείκτη ενεργειακής απόδοσης: η σχέση ενός έργου με τον δημόσιο χώρο. Το 2025 προστέθηκαν 9.000 τ.μ. πράσινων χώρων σε ολοκληρωμένα ή υπό διαχείριση έργα, ενώ άλλα 31.200 τ.μ. προβλέπεται να προστεθούν στα έργα που βρίσκονται υπό κατασκευή. Συνολικά, 270 εκτάρια πράσινων χώρων βρίσκονται υπό πιστοποίηση SITES. Σε αρκετά έργα η φύτευση, η διαχείριση των ομβρίων, οι ψυχρότερες επιφάνειες και ο βιοκλιματικός σχεδιασμός αντιμετωπίζονται ως μέρος της ανθεκτικότητας των πόλεων απέναντι στην αυξανόμενη θερμική πίεση.

Η DIMAND έχει επενδύσει μάλιστα και στην έρευνα γύρω από αυτό το ζήτημα. Με τη συμμετοχή του 1830 Lab του ΕΚΠΑ πραγματοποιήθηκε έρευνα για τη θερμική ανθεκτικότητα κτιρίων και πόλεων, με πραγματικά δεδομένα από κατοικίες και γραφεία στην Αττική, ενώ μελέτες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο εξέτασαν κλιματικούς κινδύνους έως το 2060 και πιθανές λύσεις, όπως περισσότερο πράσινο, σκίαση, ψυχρά υλικά, βιοκλιματικό σχεδιασμό και superblocks. Τα ευρήματα ενσωματώνονται στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη των έργων της εταιρείας.

Από τους εργαζόμενους στην οικονομία της πόλης

Το «S» του ESG είναι εξίσου μετρήσιμο, αλλά αφορά ανθρώπους και οικονομία. Η DIMAND είχε το 2025 65 εργαζόμενους και 42 εξωτερικούς συνεργάτες, ενώ έκανε 14 νέες προσλήψεις. Οι γυναίκες αντιστοιχούσαν στο 43,9% του ανθρώπινου δυναμικού και στο 33% της ανώτατης διοίκησης. Η εκπαίδευση αυξήθηκε αισθητά, με 24,3 ώρες κατά μέσο όρο ανά εργαζόμενο, τέσσερις φορές περισσότερες από το 2024. Παράλληλα, η εταιρεία καταγράφει μηδενικά περιστατικά διακρίσεων και ατυχημάτων στο δικό της προσωπικό και στους εργαζομένους εργολάβων και υπεργολάβων στα αναπτυξιακά έργα.

Η κοινωνική διάσταση συνεχίζεται έξω από την εταιρεία. Το 2025 διατέθηκαν 679.796 ευρώ σε δράσεις και δωρεές προς τις τοπικές κοινωνίες, με παρεμβάσεις σε τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός και η κοινωνική στήριξη. Παράλληλα, η εγχώρια οικονομία έχει σημαντικό βάρος στην αλυσίδα προμηθειών: το 97,5% των προμηθευτών της DIMAND είναι ελληνικές επιχειρήσεις και το 97,6% της συνολικής δαπάνης προμηθειών κατευθύνθηκε σε εγχώριους προμηθευτές.

Αυτό συνδέεται και με την προσπάθεια να μετρηθεί όχι μόνο τι κατασκευάζει μια εταιρεία, αλλά και τι οικονομική δραστηριότητα προκαλεί γύρω της. Σύμφωνα με την κοινωνικοοικονομική αποτίμηση που περιλαμβάνει η έκθεση, για κάθε 1 ευρώ οικονομικής αξίας που δημιουργείται από τη δραστηριότητα της DIMAND δημιουργούνται επιπλέον 1,6 ευρώ στην ελληνική οικονομία. Η ίδια μελέτη υπολογίζει ότι κάθε άμεση θέση εργασίας στη DIMAND υποστηρίζει άλλες 35 θέσεις στην αλυσίδα αξίας. Πρόκειται για έναν διαφορετικό τρόπο να διαβαστεί το αποτύπωμα του real estate: όχι μόνο μέσα από τα τετραγωνικά μέτρα, αλλά και μέσα από τις θέσεις εργασίας, τους προμηθευτές και την οικονομική δραστηριότητα που κινητοποιεί κάθε έργο.

Το «G» αφορά τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά οργανώνονται και ελέγχονται. Το 2025 η DIMAND πραγματοποίησε διπλή αξιολόγηση ουσιαστικότητας, εξετάζοντας τόσο τις επιπτώσεις της δραστηριότητάς της, όσο και τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους και τις ευκαιρίες που συνδέονται με τα ζητήματα βιωσιμότητας. Η διαδικασία κάλυψε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας και ανέδειξε ως σημαντικά θέματα, μεταξύ άλλων, την κλιματική αλλαγή, την ενέργεια, τη βιοποικιλότητα, το νερό, τα απόβλητα, τις συνθήκες εργασίας, την κοινωνική ένταξη και την εταιρική κουλτούρα. Η DIMAND έχει επίσης ενταχθεί από τον Μάιο του 2024 στο UN Global Compact.

Στο επίπεδο της εταιρικής διακυβέρνησης, το 100% των λειτουργιών αξιολογήθηκε ως προς κινδύνους που σχετίζονται με τη διαφθορά. Η έκθεση καταγράφει μηδενικά περιστατικά δωροδοκίας ή διαφθοράς, παραβιάσεων του Κώδικα Επιχειρηματικής Δεοντολογίας, whistleblowing, μη συμμόρφωσης και παραβιάσεων της ιδιωτικότητας πελατών. Παράλληλα, η DIMAND διαθέτει πολιτικές για την καταπολέμηση της διαφθοράς, τη διαχείριση καταγγελιών και την πρόληψη βίας και παρενόχλησης στην εργασία, ενώ το ESG reporting ακολουθεί τα πρότυπα GRI και ευθυγραμμίζεται με τα ESRS, τον οδηγό ESG του Χρηματιστηρίου Αθηνών και το GRESB.

Εν τέλει, μάλλον αυτός είναι και ο πιο ουσιαστικός τρόπος με τον οποίο το real estate μπορεί να εφαρμόζει το ESG. Δεν εστιάζει μόνο στο αν ένα κτίριο έχει LEED Gold ή Platinum, ούτε εξαντλείται στο πόσα κιλά αποβλήτων ανακυκλώθηκαν. Εστιάζει στο τι γίνεται με ένα ακίνητο που έχει χάσει τη χρησιμότητά του, πόση ενέργεια θα χρειάζεται όταν ξαναμπεί σε λειτουργία, πόσο πράσινο θα επιστρέψει στην πόλη, ποιοι θα εργαστούν σε αυτό, ποιες επιχειρήσεις θα το τροφοδοτήσουν και τι θα μείνει γύρω του όταν ολοκληρωθεί η επένδυση.

Στην περίπτωση της DIMAND, το ESG Report 2025 παρουσιάζει αυτό το μοντέλο μέσα από διαφορετικές κλίμακες — από έναν αναγεννημένο Πύργο στον Πειραιά και ένα ιστορικό πολυκατάστημα στην Αθήνα μέχρι μια πρώην ζυθοποιία στη Θεσσαλονίκη, νέα επιχειρηματικά πάρκα, logistics και δημόσιες υποδομές. Η επανάχρηση είναι ο κοινός παρονομαστής, αλλά το ESG απλώνεται πολύ πέρα από αυτήν: στο κλίμα, στους ανθρώπους, στην οικονομία της πόλης, στην εφοδιαστική αλυσίδα και στη διακυβέρνηση.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μέλλον του real estate: το σημαντικότερο δεν είναι πόσο αξίζει ένα ακίνητο, αλλά τι αξία δημιουργεί γύρω του.

Διαβαστε επισης