Σε ιδιαίτερα αβέβαιο ενεργειακό περιβάλλον εισέρχεται η ελληνική βιομηχανία, καθώς οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εμφανίζουν ήδη σημαντική άνοδο, ενώ η χώρα βρίσκεται ακόμη πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου, όταν η κατανάλωση και η ζήτηση αυξάνονται. Παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες των επιχειρήσεων, μέχρι σήμερα δεν έχει διαμορφωθεί ένας συγκεκριμένος μηχανισμός άμεσης προστασίας της βιομηχανίας από ενδεχόμενη περαιτέρω "έξαρση" του ενεργειακού κόστους.
Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στις επιχειρήσεις της μεταποίησης, οι οποίες καλούνται να σχεδιάσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα χωρίς να γνωρίζουν σε ποιο επίπεδο μπορεί να διαμορφωθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας τους επόμενους μήνες. Η χονδρεμπορική τιμή έφθασε χθες στα 211,76 ευρώ/MWh, επίπεδο που αποτελεί υψηλό 20 μηνών, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση δεν έχει ακόμη επιβαρυνθεί από τις συνθήκες του χειμώνα.
Την αβεβαιότητα ενισχύει το γεγονός ότι οι υψηλές τιμές καταγράφονται ήδη από τον Σεπτέμβριο, πριν μπούμε σε περίοδο αυξημένης ζήτησης. Εάν τους επόμενους μήνες συνδυαστούν ακριβότερο φυσικό αέριο, αυξημένη κατανάλωση, μειωμένη παραγωγή από ΑΠΕ και περιορισμοί στην προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η πίεση στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερη.
Χωρίς μέτρα στήριξης
Το βασικό αίτημα της βιομηχανίας είναι η λήψη συγκεκριμένων μέτρων πριν η ενεργειακή επιβάρυνση μετατραπεί σε πρόβλημα για την παραγωγή, τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, οι βιομηχανικοί φορείς επισημαίνουν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημιουργήσει δυνατότητες κρατικής στήριξης, τις οποίες μπορούν να αξιοποιήσουν τα κράτη-μέλη. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και το νέο πλαίσιο METSAF, το οποίο συνδέει την ενεργειακή στήριξη των επιχειρήσεων με επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης ενέργειας και έργα ΑΠΕ.
Από την πλευρά της βιομηχανίας εκτιμάται ότι ένα πρόγραμμα στήριξης της τάξης των 200 εκατ. ευρώ ετησίως θα μπορούσε να λειτουργήσει όχι μόνο ως προσωρινή ανάσχεση του ενεργειακού κόστους, αλλά και ως μοχλός για νέες επενδύσεις. Η λογική είναι ότι η κρατική παρέμβαση θα μπορούσε να επιστρέψει στην οικονομία μέσω υψηλότερης παραγωγής, εξαγωγών και επενδύσεων στην ενεργειακή υποδομή.
Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει συγκεκριμένη κυβερνητική απόφαση για την εφαρμογή ενός τέτοιου μηχανισμού. Αυτό είναι που δημιουργεί το μεγαλύτερο κενό για τις επιχειρήσεις: Ενώ η ενεργειακή αβεβαιότητα αυξάνεται, δεν υπάρχει ακόμη ένα σαφές πλαίσιο προστασίας για τη βιομηχανία.
Κοινή παρέμβαση των βιομηχανικών Συνδέσμων
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, οι κλαδικοί και περιφερειακοί Σύνδεσμοι της βιομηχανίας επέλεξαν να κινηθούν από κοινού και να απευθύνουν κοινή παρέμβαση προς την κυβέρνηση. Το μήνυμα που εκπέμπουν είναι ότι η ελληνική μεταποίηση δεν μπορεί να εισέλθει στον χειμώνα χωρίς έναν μηχανισμό αντιμετώπισης ενδεχόμενης νέας ενεργειακής κρίσης.
Η πρωτοβουλία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο: αναδεικνύει το πρόβλημα συντονισμού μεταξύ των διαφορετικών βαθμίδων εκπροσώπησης της ελληνικής βιομηχανίας.
Οι περιφερειακοί και κλαδικοί φορείς εμφανίστηκαν αυτή τη φορά να αναλαμβάνουν αυτόνομα την πρωτοβουλία, με τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Ελλάδος να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις σχετικές διεργασίες. Η κοινή παρέμβαση αποτελεί ουσιαστικά μια προσπάθεια να συγκεντρωθούν σε ενιαίο μέτωπο οι ανησυχίες της παραγωγικής βάσης και να μεταφερθούν με μεγαλύτερη ένταση στην κυβέρνηση.
Το ζήτημα του ΣΕΒ
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και η στάση του ΣΕΒ, καθώς η απουσία μιας αντίστοιχης δημόσιας πρωτοβουλίας από τον κορυφαίο φορέα εκπροσώπησης της βιομηχανίας προκαλεί ερωτηματικά.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρόθεση των κλαδικών και περιφερειακών Συνδέσμων να προχωρήσουν σε κοινή επιστολή είχε γνωστοποιηθεί στον ΣΕΒ περίπου μία εβδομάδα πριν από τη δημοσιοποίησή της. Ο ΣΕΒ, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επέλεξε να μην συνυπογράψει την πρωτοβουλία.
Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζεται σήμερα ένα σημαντικό τμήμα της οργανωμένης βιομηχανίας να κινείται χωρίς τον κεντρικό συντονισμό του ΣΕΒ, σε ένα ζήτημα που αφορά άμεσα το κόστος παραγωγής, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: Κατά πόσο υπάρχει πλέον επαρκής συντονισμός ανάμεσα στον ΣΕΒ και στους κλαδικούς και περιφερειακούς Συνδέσμους που εκπροσωπούν τη βιομηχανική βάση της χώρας. Η ενεργειακή κρίση λειτουργεί έτσι ως καταλύτης για να έρθουν στην επιφάνεια διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τις προτεραιότητες και τον τρόπο διεκδίκησης μέτρων από την Πολιτεία.
Στο επίκεντρο το METSAF
Πληροφορίες αναφέρουν ότι και στο εσωτερικό του ΣΕΒ έχουν ξεκινήσει συζητήσεις για τη δυνατότητα αξιοποίησης του ευρωπαϊκού πλαισίου METSAF και τη διαμόρφωση σχετικής πρότασης. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει ληφθεί απόφαση για την παρουσίαση μιας συγκεκριμένης δημόσιας θέσης.
Έτσι, ενώ οι υπόλοιποι βιομηχανικοί φορείς έχουν ήδη προχωρήσει σε κοινή παρέμβαση προς την κυβέρνηση, η τοποθέτηση του ΣΕΒ παραμένει σε εκκρεμότητα. Οι θέσεις του Συνδέσμου αναμένεται να αποσαφηνιστούν στην Ανοιχτή Γενική Συνέλευσή του στις 6 Οκτωβρίου, όπου έχει προγραμματιστεί να μιλήσει ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος.
Το κρίσιμο ζητούμενο για τη βιομηχανία παραμένει η αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους. Οι επιχειρήσεις ζητούν έγκαιρη παρέμβαση, σαφές πλαίσιο στήριξης και έναν αποτελεσματικό μηχανισμό συντονισμού των φορέων που τις εκπροσωπούν, ώστε η επόμενη ενεργειακή πίεση να μην βρει την παραγωγική βάση της χώρας χωρίς επαρκή προστασία.