Επιχειρήσεις

Η ελληνική αυγοπαραγωγή καλύπτει το 70%-80% της εγχώριας ζήτησης


Περιθώρια ανάπτυξης, αλλά και σημαντικές προκλήσεις αντιμετωπίζει η ελληνική αυγοπαραγωγή, η οποία, παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να μην καλύπτει πλήρως τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς.

Το υψηλό κόστος παραγωγής, οι ελληνοποιήσεις εισαγόμενων αυγών και οι επενδύσεις που απαιτούνται για τη μετάβαση σε νέες μορφές εκτροφής διαμορφώνουν ένα απαιτητικό περιβάλλον για τους παραγωγούς, ενώ δεν αποκλείονται νέες αυξήσεις στις τιμές.

Η ελληνική παραγωγή καλύπτει έως το 80% της ζήτησης

Μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο γενικός διευθυντής της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αυγού και Προϊόντων Αυγού, Γιάννης Λιάρος, εκτιμά ότι «η ελληνική παραγωγή καλύπτει σήμερα περίπου το 70%-80% της εγχώριας ζήτησης», επισημαίνοντας ότι «η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται από τις εισαγωγές για την κάλυψη των αναγκών της».

Η σημερινή εικόνα του κλάδου έχει τις ρίζες της στην οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009. Τότε, όπως εξηγεί, το ζωικό κεφάλαιο της ελληνικής αυγοπαραγωγής μειώθηκε κατά περίπου 40%, με τον αριθμό των ορνίθων να υποχωρεί από τα 5,5-6 εκατομμύρια σε λιγότερα από 3,5 εκατομμύρια.

Η προσπάθεια ανάκαμψης που ακολούθησε επιβραδύνθηκε από την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις διαδοχικές αυξήσεις στο κόστος των ζωοτροφών και της ενέργειας. Παρ' όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σταδιακή ενίσχυση του ζωικού κεφαλαίου, το οποίο υπολογίζεται πλέον μεταξύ 4 και 4,5 εκατομμυρίων αυγοπαραγωγών ορνίθων.

Σύμφωνα με τον κ. Λιάρο, για να καλύψει η Ελλάδα πλήρως την εγχώρια ζήτηση και να αποκτήσει ουσιαστικές δυνατότητες εξαγωγών, θα χρειαζόταν περίπου 7,5-8 εκατομμύρια όρνιθες. Την ίδια στιγμή, η ετήσια παραγωγή εκτιμάται σε περίπου 1,4 δισεκατομμύρια αυγά, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 που επικαλείται ο ίδιος

Ωστόσο, οι δυνατότητες ανάπτυξης δεν περιορίζονται στην αύξηση της παραγωγής. Όπως σημειώνει, η κατανάλωση αυγών στην Ελλάδα παραμένει σχετικά χαμηλή, καθώς υπολογίζεται σε περίπου 150 αυγά ανά κάτοικο ετησίως, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτει, κυμαίνεται μεταξύ 300 και 350 αυγών.

Για τον γενικό διευθυντή της Διεπαγγελματικής, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης της ελληνικής αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι θα αυξηθεί η παραγωγή και θα ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Ελληνοποιήσεις και ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο είναι οι ελληνοποιήσεις εισαγόμενων αυγών. Ο κ. Λιάρος ξεκαθαρίζει ότι οι εισαγωγές είναι αναγκαίες όσο η ελληνική παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση. Το πρόβλημα, όπως τονίζει, «δημιουργείται όταν αυγά άλλων χωρών διατίθενται ως ελληνικά ή όταν προϊόντα εκτροφής σε κλωβούς εμφανίζονται στην αγορά ως αυγά αχυρώνα ή ελευθέρας βοσκής».

Η αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών αποτελεί πάγιο αίτημα των παραγωγών, οι οποίοι ζητούν αποτελεσματικότερους ελέγχους και μεγαλύτερη διαφάνεια σε όλα τα στάδια της εμπορικής αλυσίδας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ», στο οποίο ο κλάδος του αυγού εντάχθηκε το 2021, έπειτα από πολυετή αιτήματα των παραγωγών. Παρά τη βελτίωση που έχει επιτευχθεί στην καταγραφή και παρακολούθηση της αγοράς, ο κ. Λιάρος υποστηρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν παραγωγοί που δεν έχουν εγγραφεί στο σύστημα ή δεν ανταποκρίνονται στις σχετικές υποχρεώσεις τους.

Για τον λόγο αυτό, η Διεπαγγελματική ζητά τη δημιουργία ενός δημόσιου και επικαιροποιημένου μητρώου αυγοπαραγωγών, το οποίο θα επιτρέπει στους καταναλωτές να γνωρίζουν από ποια μονάδα προέρχονται τα αυγά που αγοράζουν.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το μητρώο που ήταν διαθέσιμο τα προηγούμενα χρόνια περιλάμβανε περίπου 850 κωδικούς παραγωγών, ωστόσο είχαν εντοπιστεί λάθη και ανενεργές εγγραφές. Ωστόσο, όπως επισήμανε ο ίδιος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «η επικαιροποίησή του θεωρείται απαραίτητη, προκειμένου να υπάρχει αξιόπιστη εικόνα για τον πραγματικό αριθμό των παραγωγών και τις κατηγορίες εκτροφής στις οποίες δραστηριοποιούνται».

Την ίδια στιγμή, η ελληνική αυγοπαραγωγή βρίσκεται μπροστά σε μια ακόμη μεγαλύτερη αλλαγή, καθώς η ευρωπαϊκή αγορά στρέφεται σταδιακά προς την παραγωγή αυγών εκτός κλωβών.

Σήμερα, περίπου το 70%-75% της ελληνικής παραγωγής εξακολουθεί να προέρχεται από όρνιθες που εκτρέφονται σε κλωβούς. Ωστόσο, ολοένα περισσότερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, επιχειρήσεις εστίασης και ξενοδοχεία στρέφονται σε αυγά αχυρώνα, ελευθέρας βοσκής και βιολογικής παραγωγής.

Η αλλαγή αυτή, σύμφωνα με τον κ. Λιάρο, προηγείται των νομοθετικών εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως υπογραμμίζει, έχει ήδη ολοκληρωθεί μια πρώτη φάση διαβούλευσης και αναμένεται εντός του 2027 να προκύψουν συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις για το χρονοδιάγραμμα σταδιακής κατάργησης των κλωβών.

«Η προσαρμογή της ελληνικής παραγωγής στις νέες συνθήκες δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση. Η μετάβαση σε εναλλακτικά συστήματα εκτροφής απαιτεί σημαντικά μεγαλύτερους χώρους, νέες εγκαταστάσεις και υψηλές επενδύσεις, τις οποίες πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν», δήλωσε ο ίδιος.

Επισημαίνει ότι ο κλάδος δεν έχει λάβει την οικονομική στήριξη που απαιτείται για μια τόσο μεγάλη αλλαγή και υπογραμμίζει την ανάγκη να δημιουργηθούν κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Σε διαφορετική περίπτωση, η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη για σημαντικό αριθμό παραγωγών.

Το κόστος παραγωγής, άλλωστε, παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής αυγοπαραγωγής. Οι αυξήσεις στις ζωοτροφές, στην ενέργεια και στις μεταφορές έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, ενώ οι παραγωγοί προσπαθούν να απορροφήσουν μέρος των επιβαρύνσεων, ώστε να μη μετακυλιστούν εξ ολοκλήρου στον καταναλωτή.

Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Λιάρος, οι ανατιμήσεις που έχουν καταγραφεί στα αυγά τα τελευταία χρόνια είναι πολύ μικρότερες από τις αυξήσεις του κόστους παραγωγής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετές εκμεταλλεύσεις να αντιμετωπίζουν πιέσεις στη βιωσιμότητά τους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στις τιμές το επόμενο διάστημα, αν και, όπως επισημαίνει, στόχος των παραγωγών παραμένει η συγκράτησή τους.

Οι προοπτικές του κλάδου

Παρά τις δυσκολίες, δηλώνει αισιόδοξος για το μέλλον της ελληνικής αυγοπαραγωγής. Η σταθερή ζήτηση για αυγά, οι αλλαγές στα συστήματα εκτροφής και το ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις μπορούν, κατά την εκτίμησή του, να δημιουργήσουν προϋποθέσεις ουσιαστικής ανάπτυξης του κλάδου την επόμενη πενταετία.

Μάλιστα, όπως αναφέρει «υπάρχει ενδιαφέρον από αγορές του εξωτερικού για ελληνικά αυγά, αν και η ενίσχυση των εξαγωγών προϋποθέτει την αύξηση της παραγωγής, ώστε να καλύπτονται πρώτα οι ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης».

Ωστόσο, ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τις προοπτικές του κλάδου είναι η γρίπη των πτηνών, η οποία έχει προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην παραγωγή άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Ο κ. Λιάρος λέει πως οι επιπτώσεις της νόσου σε αγορές όπως η Γαλλία και η Ισπανία έχουν μεταβάλει τις εμπορικές ροές και τις τιμές των αυγών στην Ευρώπη, δημιουργώντας διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού για τους Έλληνες παραγωγούς.

Τονίζει, ωστόσο, ότι η αποφυγή εμφάνισης σοβαρών κρουσμάτων στην Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη διατήρηση και την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής.

Στο πλαίσιο αυτό, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη, στην εφαρμογή αυστηρών μέτρων βιοασφάλειας και στη συνεργασία της Διεπαγγελματικής με τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και τις αρμόδιες αρχές.

Τέλος, για τον ίδιο, η προοπτική της ελληνικής αυγοπαραγωγής είναι θετική. Προϋπόθεση όπως σημειώνει είναι ότι «θα υπάρξουν επενδύσεις, ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία και αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς» συμπληρώνοντας ότι «στόχος είναι η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου, η κάλυψη της εγχώριας ζήτησης και, σε επόμενο στάδιο, η ενίσχυση της παρουσίας των ελληνικών αυγών στις διεθνείς αγορές».

Διαβαστε επισης