Επιχειρήσεις

Επενδύσεις 26 εκατ. ευρώ για τη ΜΑΚΒΕΛ- EURIMAC από το 2020 έως το 2026


Τον «μέγιστο όγκο πωλήσεων και ανάλογη λειτουργική κερδοφορία» ευελπιστεί να πετύχει μέχρι το 2027 η βιομηχανία ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ- EURIMAC, με έδρα το Κιλκίς, η οποία την τελευταία εξαετία (2020-2025) έχει πραγματοποιήσει επενδύσεις ύψους 23 εκατ. ευρώ, ενώ σχεδιάζει πρόσθετες, της τάξης των 2,5 εκατ. ευρώ, κατά τη διάρκεια της φετινής χρήσης.

Στόχος των επενδύσεων της τελευταίας πενταετίας ήταν η περαιτέρω αύξηση της τρέχουσας παραγωγής ζυμαρικών, ώστε να ξεπεράσει τους 85000 τόνους (από 76.000 σήμερα), προκειμένου να ικανοποιηθούν η εγχώρια ζήτηση, αλλά και η περαιτέρω ανάπτυξη των εξαγωγών, οι οποίες αντιστοιχούν στο 55% των πωλήσεων και κατευθύνονται σε 60 χώρες, μέχρι και στη μακρινή Ιαπωνία. Το νέο επενδυτικό «πακέτο», των 2,5 εκατ. ευρώ για το 2026, θα χρηματοδοτήσει δραστηριότητες που σχετίζονται με τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό, τα πρότυπα ESG (περιβαλλοντικά, κοινωνικά, διακυβέρνησης), την κυβερνοαασφάλεια (στο πλαίσιο και της κοινοτικής οδηγίας NIS2) και τη συμμόρφωση με σύγχρονες διεθνείς απαιτήσεις και προδιαγραφές.

Τα παραπάνω επισήμαναν σήμερα, κατά τη διάρκεια γεύματος εργασίας με δημοσιογράφους στη Θεσσαλονίκη, ο πρόεδρος της εταιρείας, Σταύρος Κωνσταντινίδης και ο διευθύνων σύμβουλός της, Οδυσσέας Παπαδόπουλος, με αφορμή την 30ή επέτειο από τη σύσταση της κοινοπραξίας της ελληνικής ΜΑΚΒΕΛ (ιδρυθείσας το 1939) με τον ιταλικό όμιλο EURICOM, η συμφωνία για την οποία -όπως διηγήθηκε ο κ.Κωνσταντινίδης- υπεγράφη το 1996, πάνω σε μια χαρτοπετσέτα στην ψαροταβέρνα «Αγκυροβόλι» στη Νέα Κρήνη Θεσσαλονίκης. Η χρήση του 2025 αναμένεται να κλείσει με μεγέθη (όγκο πωλήσεων και κερδοφορία) υψηλότερα από εκείνα του 2023, αλλά χαμηλότερα σε σχέση με το έτος-ρεκόρ 2024, κατά το οποίο ο τζίρος της εταιρείας διαμορφώθηκε σε 72,5 εκατ. ευρώ, τα EBITDA στα 13,5 εκατ. ευρώ (11,4 εκατ. το 2023), τα κέρδη προ φόρων στα 11,8 εκατ (9,2 εκατ) και τα κέρδη μετά από φόρους στα 10,6 εκατ (7,1 εκατ. το 2023) ευρώ.

«Το 2025 δεν ήταν αυτοσκοπός ούτε ο όγκος ούτε η κερδοφορία. Ήταν έτος προετοιμασίας για την επόμενη φάση ανάπτυξής μας. Στόχος μας ήταν να ολοκληρώσουμε το επενδυτικό μας πλάνο, ώστε να ανταποκριθούμε στη ζήτηση του 2026-2027, που φαινόταν ότι ήταν μόνιμη και όχι περιστασιακή, έτσι το 2025 κάναμε λίγο πίσω συνειδητά. Οι επενδύσεις έχουν ήδη ολοκληρωθεί στο μεγαλύτερο ποσοστό τους» γνωστοποίησε ο κ.Παπαδόπουλος, εξηγώντας ότι στο πλαίσιου του επενδυτικού προγράμματος δημιουργήθηκε, μεταξύ άλλων, έβδομη γραμμή παραγωγής στο εργοστάσιο της ΒΙΠΕ Κιλκίς, ενώ η έκτη είχε τεθεί σε λειτουργία το 2021. Παράλληλα, άμεσα -εντός του Φεβρουαρίου και τον Μάρτιο- αναμένεται να κυκλοφορήσουν στην αγορά δύο νέα προϊόντα της σειράς ζυμαρικών με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, πέραν των τεσσάρων που βρίσκονται ήδη στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Η συγκεκριμένη ειδική κατηγορία ζυμαρικών, με πιστοποίηση από το μόνο διαπιστευμένο εργαστήριο στην Ευρώπη, το Oxford Brookes στη Μεγάλη Βρετανία, μπορεί προς το παρόν να αντιστοιχεί σε χαμηλό ποσοστό των συνολικών πωλήσεων -γύρω στο 1%- αλλά παρουσιάζει αξιόλογη δυναμική και ζήτηση και στόχος είναι το μερίδιό της να φτάσει έως και το 2% ή τους 2000 τόνους την επόμενη τριετία, σύμφωνα με τον κ.Κωνσταντινίδη.

Η εταιρεία, το 97% των εργαζομένων της οποίας προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, όπου και παράγεται το 50% των προϊόντων που εξάγει, απασχολεί σήμερα 205 άτομα, έναντι 118 το 2020, ενώ μόνο στο τμήμα Έρευνας και Ανάπτυξής της εργάζεται ομάδα επτά ατόμων υψηλής εξειδίκευσης, καθώς η καινοτομία βρίσκεται στον πυρήνα της: ενδεικτικό είναι ότι το 1986 λανσάρισε στην ελληνική αγορά μακαρόνια ολικής άλεσης, που «οι καταναλωτές ήταν σαν να τους χτυπούσε ρεύμα όταν τα έβλεπαν λόγω του μαύρου χρώματός τους», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ.Κωνσταντινίδης. Οι έτεροι πυλώνες της βασικής φιλοσοφίας της εταιρείας είναι η εξωστρέφεια (η εταιρεία έκανε την πρώτη της εξαγωγή το 1962) και η βιωσιμότητα (το 2013 ξεκίνησε την παραγωγή θερμικής ενέργειας από καύση βιομάζας, ενώ έχει επιτύχει μηδενικό ανθρακικό αποτύπωμα, έχει κατακτήσει το ανώτατο επίπεδο πιστοποίησης «Zero Waste to Landfill Platinum», χρησιμοποιεί ανακυκλώσιμα υλικά συσκευασίας και νερό από ιδιόκτητη γεώτρηση στο όρος Μπέλες).

Παράλληλα, η εταιρεία -που χρησιμοποιεί αποκλειστικά ελληνικά σιτηρά, πληρώνοντας μάλιστα τους παραγωγούς άμεσα έπειτα από την παράδοση, όπως επισήμανε η υπεύθυνη οικονομικής διαχείρισης, Ξανθή Γκιάλη- ενισχύει διαρκώς το brand ΜΑΚΒΕΛ στην εγχώρια αγορά, στην οποία διαχειρίζεται περίπου 125 ετικέτες και κατέχει μερίδιο 30%, καταγράφοντας ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο του κλάδου. Ταυτόχρονα, αξιοποιεί σύγχρονες ψηφιακές λύσεις και Τεχνητή Νοημοσύνη για την παρακολούθηση της ποιότητας του σίτου στα σιλό, καθώς και εργαλεία λογισμικού (ERP), που υποστηρίζουν τους συνεργαζόμενους αγρότες, συμβάλλοντας στη βελτίωση της απόδοσης και της ποιότητας των καλλιεργειών. Η εταιρεία ενισχύει ουσιαστικά και το κοινωνικό της αποτύπωμα: κατά τη διάρκεια του 2025 προσέφερε συνολικά 400.000 γεύματα ζυμαρικών, στηρίζοντας ευπαθείς ομάδες και κοινωνικούς φορείς σε ολόκληρη τη χώρα, στο πλαίσιο του προγράμματος Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης της.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Διαβαστε επισης