Ενέργεια

Μανουσάκης (ΑΔΜΗΕ): Προς το εθνικό συμφέρον ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας


Η Ελλάδα πρακτικά έχει πετύχει τους στόχους του 2030 για την πράσινη ενέργεια, καθώς η εγκατεστημένη ισχύς μονάδων ΑΠΕ στο ηλεκτρικό σύστημα ανέρχεται ήδη σε 19 GW ενώ 13 GW επιπλέον έργων έχουν λάβει όρους σύνδεσης και -στη συντριπτική τους πλειονότητα- βρίσκονται υπό κατασκευή.

Αυτό επεσήμανε ο πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ Μάνος Μανουσάκης κατά την τοποθέτησή του στο 30th Annual Government Roundtable - Progress in an age of upheaval | Geopolitics-Growth-Technology του Economist. Αναφερόμενος στην αύξηση των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας σχολίασε ότι «η Ελλάδα έχει ανέβει κατηγορία», κάτι που χαρακτήρισε ως πολύ σημαντική εξέλιξη για την εθνική ενεργειακή πολιτική. Όπως επισήμανε, το εξαγωγικό προφίλ της χώρας βασίζεται στην υψηλή διείσδυση ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, που σήμερα φτάνει το 55% και αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, επιτρέποντας την αξιοποίηση της περίσσειας πράσινης ενέργειας.

Σε σχέση με την αποθήκευση υπογράμμισε πως «ήδη λειτουργούν 530 MW μονάδων αποθήκευσης και μέχρι το τέλος του χρόνου θα φτάσουμε το 1 GW». Συμπλήρωσε ότι σύντομα ο Διαχειριστής θα χορηγήσει όρους σύνδεσης για νέες μπαταρίες ισχύος περίπου 400 MW. Παράλληλα έχει ήδη εξασφαλίσει όρους σύνδεσης για αυτόνομες μονάδες αποθήκευσης της τάξης του 1,6 GW.

Σχετικά με τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας, ο κ. Μανουσάκης υπογράμμισε ότι «είναι προς το εθνικό συμφέρον», δεδομένου ότι η ενεργειακή μετάβαση εξελίσσεται με ταχύτητα και είναι στρατηγικής σημασίας να επιτευχθεί αυτονομία από εισαγωγές ενεργειακών πρώτων υλών. «Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, αυτή τη στιγμή ακόμη εισάγουμε περίπου το 77% των αναγκών μας σε ενέργεια συνολικά» είπε, εξηγώντας ότι λύση σε αυτό θα αποτελέσει ο εξηλεκτρισμός βασικών υποδομών και κλάδων της οικονομίας, όπως η θέρμανση και οι μεταφορές.

Ερωτηθείς για τα οφέλη των έργων του Διαχειριστή, τόνισε ότι πρόκειται για επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον. Οι νησιωτικές διασυνδέσεις, αν και απαιτούν σημαντικά κεφάλαια για να κατασκευαστούν, στην πραγματικότητα δημιουργούν πολλαπλάσια εξοικονόμηση αφού επιτρέπουν την απόσυρση των τοπικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά που χρησιμοποιούν ακριβά και ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα. Το πρόγραμμα των ηλεκτρικών διασυνδέσεων στην Ελλάδα έχει προχωρήσει σημαντικά, καθώς η Κρήτη είναι πλέον διπλά διασυνδεμένη και η διασύνδεση του συνόλου των νησιών των Κυκλάδων έχει ολοκληρωθεί. Παράλληλα, δρομολογείται η νέα γενιά διασυνδέσεων στα Δωδεκάνησα, στο Βόρειο Αιγαίο και η δεύτερη γραμμή προς την Ιταλία. «Θεωρώ ότι οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις για την Ελλάδα είναι μονόδρομος και είναι πολύ σωστό ότι προχωράμε τόσο γρήγορα», σημείωσε. «Οι διασυνδέσεις είναι έργα υπέρ των καταναλωτών, υπέρ της βελτίωσης της ποιότητας του τουριστικού προϊόντος αλλά και της ενεργειακής ασφάλειας στο νησιά. Χωρίς αυτές θα είχαμε μεγαλύτερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας».

Αναφέρθηκε επίσης στην πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, την οποία χαρακτήρισε εξαιρετικά επιτυχημένη δεδομένου ότι προσέλκυσε κορυφαία επενδυτικά χαρτοφυλάκια, σχολιάζοντας ότι παράλληλα υπάρχει ισχυρό ενδιαφέρον για μεγάλα έργα διεθνών διασυνδέσεων που αναπτύσσονται στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κλείνοντας την τοποθέτησή του, είπε ότι η προϋπόθεση για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στην ενέργεια είναι η πραγματική ενοποίηση των αγορών ώστε να υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή τιμή, κάτι για το οποίο χρειάζονται περαιτέρω διασυνδέσεις. «Αλληλεγγύη είναι η Νοτιοανατολική Ευρώπη να έχει ένα πιο πυκνό δίκτυο ούτως ώστε να μην υπάρχει διαφορά τιμών με την Κεντρική Ευρώπη. Αυτό θα ισχυροποιήσει την κοινή ενεργειακή αγορά και την οικονομία», κατέληξε.

Διαβαστε επισης