Χρηστικά

Αρνητικό ρεκόρ Ευρώπης στα επιτόκια καταθέσεων!


«Ψίχουλα» μοιράζουν οι τράπεζες στους Έλληνες αποταμιευτές, καθώς η χώρα μας καταγράφει αρνητικό ρεκόρ στα επιτόκια καταθέσεων σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που δημοσίευσε σήμερα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να κρατούν καθηλωμένες τις αποδόσεις των καταθέσεων, κρατώντας μεγάλο περιθώριο επιτοκίου (spread), το οποίο στηρίζει την υψηλή κερδοφορία τους.

Με βάση τα στοιχεία της ΕΚΤ (Απρίλιος 2026), η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στον πάτο της Ευρώπης όσον αφορά τις αποδόσεις που προσφέρονται στα νοικοκυριά. Αναλύοντας τα στοιχεία, η κατάσταση διαμορφώνεται ως εξής:

  • Συνολικές προθεσμιακές καταθέσεις (ανεξαρτήτως διάρκειας): Πρόκειται για τον δείκτη που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνει τη συνολική εικόνα της απόδοσης των χρημάτων που «κλείνουν» οι καταθέτες. Εδώ η Ελλάδα καταγράφει το απόλυτο αρνητικό ρεκόρ, έχοντας το χαμηλότερο επιτόκιο σε όλη την Ευρωζώνη με μόλις 1,15%. Συγκριτικά, ο μέσος όρος της Ευρωζώνης βρίσκεται στο 1,91%, ενώ χώρες όπως η Ολλανδία και η Φινλανδία προσφέρουν επιτόκια άνω του 2,40% (2,45% και 2,41% αντίστοιχα).

 

  • Καταθέσεις διάρκειας έως 12 μηνών: Στις πιο δημοφιλείς προθεσμιακές καταθέσεις ενός έτους, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις (προτελευταία) με επιτόκιο 1,13%, ξεπερνώντας οριακά μόνο τη Σλοβενία (0,75%). Ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφώνεται αρκετά υψηλότερα, στο **1,87%**, με τις κορυφαίες χώρες να ξεπερνούν το 2,00%.

  • Καταθέσεις μίας ημέρας (Ταμιευτηρίου): Πρόκειται για τους λογαριασμούς που συγκεντρώνουν τον κύριο όγκο των καταθέσεων των ελληνικών νοικοκυριών. Σε αυτή την κατηγορία, τα επιτόκια στην Ελλάδα είναι ουσιαστικά μηδενικά, φτάνοντας μόλις το 0,03%. Και πάλι, η απόδοση υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ο οποίος ανέρχεται στο 0,17%.

Γιατί κρατούν χαμηλά τα επιτόκια

Η επιμονή του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στη διατήρηση των επιτοκίων καταθέσεων σε τόσο χαμηλά επίπεδα δεν είναι τυχαία. Οι τράπεζες βασίζουν σε αυτή τη φθηνή πηγή χρηματοδότησης τα εξαιρετικά υψηλά επιτοκιακά τους περιθώρια (spreads) – δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στο επιτόκιο που χρεώνουν στα δάνεια και σε αυτό που δίνουν στις καταθέσεις. Αυτό το άνοιγμα της «ψαλίδας» αποτελεί τον βασικό πυλώνα της υψηλής λειτουργικής τους κερδοφορίας, καθώς ακόμη δεν έχουν καταφέρει να αναπτύξουν επαρκώς τα έσοδα από προμήθειες.

Ένας επιπλέον καθοριστικός παράγοντας είναι η πλεονάζουσα ρευστότητα. Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν άφθονη ρευστότητα την οποία, ωστόσο, δεν μπορούν να μετασχηματίσουν πλήρως σε νέα δάνεια. Αυτό αποτυπώνεται στον πολύ χαμηλό δείκτη δανείων προς καταθέσεις (loan-to-deposit ratio). Δεδομένου ότι δεν «διψούν» για νέα κεφάλαια προκειμένου να χρηματοδοτήσουν πιστωτική επέκταση, δεν έχουν και κανένα ουσιαστικό κίνητρο να προσελκύσουν νέες καταθέσεις μέσω υψηλότερων επιτοκίων.

Τέλος, μείζον ζήτημα είναι η δομή της ίδιας της αγοράς. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται ουσιαστικός ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών για την προσέλκυση καταθετών, καθώς οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ελέγχουν πάνω από το 90% της αγοράς. Αυτό το ολιγοπωλιακό καθεστώς αποτρέπει τον «πόλεμο» προσφορών που βλέπουμε σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Άκαρπες οι πιέσεις της κυβέρνησης

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η ανισορροπία αποτελεί μόνιμο «αγκάθι» στην εγχώρια οικονομία. Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση έχει εκφράσει με πολλούς τρόπους και σε υψηλό επίπεδο τη δυσφορία της για τις πρακτικές των τραπεζών στο θέμα των καταθέσεων, ασκώντας πιέσεις για βελτίωση των αποδόσεων. Παρόλα αυτά, όπως αποδεικνύουν αδιάψευστα τα σημερινά στοιχεία της ΕΚΤ, η στάση των πιστωτικών ιδρυμάτων παραμένει αναλλοίωτη, διατηρώντας τους Έλληνες αποταμιευτές στη δυσμενέστερη θέση πανευρωπαϊκά.