Επιχειρήσεις

Alpha Bank για Χημική Βιομηχανία: Τα δυνατά σημεία, οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι


Η χημική βιομηχανία αποτελεί στρατηγικό πυλώνα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής μεταποίησης. Ο ελληνικός κλάδος παρουσιάζει έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό και ανθεκτικότητα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εν μέσω της ταραχώδους γεωπολιτικής συγκυρίας, τονίζει σε ανάλυσή της η Alpha Bank.

Η ενεργοβόρος φύση του και το γεγονός ότι είναι ένας κλάδος έντασης κεφαλαίου, τον καθιστά ευάλωτο στις διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας, ενώ σε επίπεδο ΕΕ27 ο εντεινόμενος ανταγωνισμός, κυρίως από την Κίνα, θέτει προκλήσεις ανταγωνιστικότητας. Ταυτόχρονα, ο κλάδος της χημικής βιομηχανίας οδεύει προς τη «διττή μετάβαση», δηλαδή προς την ενσωμάτωση των αρχών βιωσιμότητας και του ψηφιακού μετασχηματισμού, υπό ένα αυστηρό, ωστόσο, κανονιστικό πλαίσιο που συνεπάγεται αυξανόμενο κόστος συμμόρφωσης. 

Συγκριτικά πλεονεκτήματα και ευκαιρίες

Η ελληνική χημική βιομηχανία παρουσιάζει συγκριτικά πλεονεκτήματα και ανθεκτικότητα, βασιζόμενη στην υψηλή παραγωγικότητα εργασίας, τον ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, αλλά και τον υψηλό βαθμό προσαρμοστικότητας. Σε σύγκριση με τον μέσο όρο της εγχώριας μεταποίησης, όπου οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (έως 9 άτομα) αντιπροσωπεύουν το 89% του κλάδου, η χημική βιομηχανία χαρακτηρίζεται από χαμηλότερο μερίδιο πολύ μικρών επιχειρήσεων (82%) και υψηλότερη συγκέντρωση μικρών, μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων (18% το 2024). Αυτή η δομική σύνθεση υποστηρίζει τον εξαγωγικό προσανατολισμό του κλάδου και ενισχύει την ανταγωνιστική του θέση σε ένα εξαιρετικά παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Ο κλάδος επωφελείται, επίσης, από τη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας στο νοτιοανατολικό σύνορο της Ευρώπης, σε εγγύτητα με τις ταχέως αναπτυσσόμενες αναδυόμενες αγορές. Η στρατηγική θέση της χώρας στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής προσφέρει πλεονεκτήματα ως προς τη μείωση του χρόνου μεταφοράς και του κόστους εφοδιαστικής αλυσίδας για πρώτες ύλες και τελικά προϊόντα. Ειδικότερα, οι υποδομές διύλισης πετρελαίου, φυσικού αερίου, αλλά και τα λιμάνια της χώρας μπορούν να στηρίξουν την παραγωγική αλυσίδας αξίας της εγχώριας χημικής βιομηχανίας.

Οι επενδύσεις σε εξοπλισμό, νέες τεχνολογίες και ψηφιακό μετασχηματισμό έχουν επιτρέψει την ανάπτυξη διαφοροποιημένων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, τα οποία διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην υποστήριξη βασικών downstream κλάδων, όπως οι κατασκευές, η φαρμακευτική βιομηχανία και η γεωργία, στηριζόμενα σε ένα εξειδικευμένο επιστημονικό εργατικό δυναμικό και ένα αναπτυσσόμενο στρατηγικό πλαίσιο για περιβαλλοντικά βιώσιμες λύσεις.

Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει την τρέχουσα γεωπολιτική κρίση ως ευκαιρία, αξιοποιώντας τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, και ενισχύοντας τη θέση της ως ελκυστικός προορισμός ξένων άμεσων επενδύσεων στη χημική βιομηχανία.

Στο πεδίο της βιωσιμότητας, οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τη χημική βιομηχανία έχουν μειωθεί σημαντικά στην Ελλάδα, υποδηλώνοντας σημαντική πρόοδο ως προς την περιβαλλοντική της επίδοση (-43% από το 2008 έως το 2023), ενώ τα βιομηχανικά απόβλητα του κλάδου ακολουθούν παρόμοια πτωτική τάση (-61% από το 2008 έως το 2022). 

Τα ασφαλή και βιώσιμα χημικά και η ενεργειακή απόδοση είναι μεταξύ των βασικών πρακτικών βιωσιμότητας για τον κλάδο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και φορείς όπως η CEFIC, παρουσίασαν το «Transition Pathway for the Chemical Industry», έναν οδικό χάρτη που περιγράφει τον μετασχηματισμό του ευρωπαϊκού χημικού κλάδου έως το 2050, ο οποίος επικεντρώνεται στη «διττή μετάβαση» του κλάδου προς ένα πράσινο και κλιματικά ουδέτερο μέλλον, ενσωματώνοντας αρχές κυκλικής οικονομίας στην παραγωγική διαδικασία και αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιοποίηση για τη βελτιστοποίηση της παραγωγής. Στην Ελλάδα, ο Οδικός Χάρτης Μετάβασης της Χημικής Βιομηχανίας ευθυγραμμίζεται με τους στόχους της ΕΕ, ενώ αντικατοπτρίζει και τις εθνικές ιδιαιτερότητες του κλάδου. Στοχεύει στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών φορέων, της βιομηχανίας και των ενδιαφερομένων μερών, διασφαλίζοντας μιαν αποτελεσματική μετάβαση.

Η ανταγωνιστικότητα του κλάδου θα μπορούσε περαιτέρω να ενισχυθεί με την επιτάχυνση της εφαρμογής της Εθνικής Στρατηγικής για τη Βιομηχανία, η οποία προσφέρει κίνητρα και υποστήριξη για να βοηθήσει τις ελληνικές ΜΜΕ να αναπτυχθούν και να επεκταθούν στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη ανακοινώσει εδώ και έναν χρόνο μέτρα στήριξης του χημικού κλάδου, όπως είναι το Σχέδιο Δράσης για την Ευρωπαϊκή Χημική Βιομηχανία, με σκοπό να αντιμετωπισθούν καίρια ζητήματα, όπως ο εντεινόμενος παγκόσμιος ανταγωνισμός, το υψηλό κόστος ενέργειας, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα και η θεσμική πολυπλοκότητα. Η πρωτοβουλία αυτή αναμένεται να μειώσει τα διοικητικά βάρη και να προωθήσει την καινοτομία και τις επενδύσεις.

Βασικό στοιχείο του Σχεδίου Δράσης είναι η Συμμαχία για τα Κρίσιμα Χημικά (Critical Chemicals Alliance - CCA), η οποία συγκεντρώνει εκπροσώπους του κλάδου με στόχο την αντιμετώπιση κινδύνων, όπως το κλείσιμο επιχειρήσεων και η διαταραχή των εμπορικών ροών, παράλληλα με την υποστήριξη του εκσυγχρονισμού του κλάδου. Η CCA αποτελεί τον κύριο δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ του κλάδου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για βασικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων της ενέργειας (CISAF), των επενδύσεων (Ταμείο Εκσυγχρονισμού), των εμπορικών σχέσεων (Mercosur, Ινδία) και της κυκλικής οικονομίας

Κίνδυνοι και προκλήσεις

Η χημική βιομηχανία στην Ελλάδα και την ΕΕ27 αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, υψηλές τιμές ενέργειας και υψηλό κόστος πρώτων υλών, παράγοντες που μπορεί να επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητά της. Ο κλάδος, ως ιδιαίτερα ενεργοβόρος, είναι ευάλωτος στις διακυμάνσεις των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Επιπλέον, συχνά αντιμετωπίζει αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγωγές τρίτων χωρών που δεν πληρούν πάντα τα πρότυπα ασφαλείας και βιωσιμότητας των προϊόντων που κατασκευάζονται εντός της ΕΕ27.

Το κόστος μετάβασης σε όρους βιωσιμότητας αποτελεί άλλο ένα κρίσιμο ζήτημα για τον κλάδο, αφού η ανάγκη για επενδύσεις στην αποανθρακοποίηση, σε συνδυασμό με αυστηρότερους κανονισμούς που αποσκοπούν στη μείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης και τη βελτίωση της ασφάλειας, μπορούν να επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις με πρόσθετο κόστος. Τέλος, οι αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, όπως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, αλλά και ο αυξημένος εμπορικός προστατευτισμός μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και ως εκ τούτου στην επενδυτική δραστηριότητα του κλάδου, λόγω της εξάρτησής του από τις εισαγόμενες πρώτες ύλες.
 

Διαβαστε επισης