Ενέργεια

Επιταχύνει τους ρυθμούς στα διεθνή έργα η ΔΕΠΑ


Σε βασικό μοχλό για την γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας αλλά και για τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Ευρώπης, εξελίσσεται η ΔΕΠΑ μέσα από ένα μπαράζ κινήσεων σε πολλαπλά μέτωπα αγωγών και υποδομών.

To στίγμα δίνουν μια σειρά από μεγάλα διεθνή έργα τα οποία εδραιώνουν τη θέση της στην ευρύτερη περιοχή, όπως η επιτάχυνση κατασκευής του ελληνοβουλγαρικού αγωγού IGB, η συμμετοχή στην ενεργειακή σύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας μέσω του IGI Poseidon και φυσικά η δέσμευση ποσοτήτων στον TAP, που από το 2020 και μετά, θα μεταφέρει το φυσικό αέριο της Κασπίας στην Ευρώπη.

Ραγδαίες επίσης, είναι και οι εξελίξεις γύρω από τον East Med, με πιο πρόσφατη την απόφαση του Δ.Σ. του ΥΑΦΑ Ποσειδών, όπου συμμετέχουν σε ποσοστά 50%-50% η ΔΕΠΑ και η ιταλική Edison, να επισπευσθεί η ολοκλήρωση όλων των εκκρεμών σταδίων για την ωρίμανση του αγωγού East Med. Στην ουσία επιταχύνεται η ολοκλήρωση της μελέτης σκοπιμότητας ύψους περίπου 70 εκατ ευρώ, μαζί με κάθε άλλο στάδιο ολοκλήρωσης στο σχεδιασμό του αγωγού EastMed, γεγονός που θα ανοίξει και τον δρόμο για την λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης.

Τα παραπάνω αποτελούν μια μόνο πτυχή από την πολυσχιδή διεθνή δραστηριότητα της ΔΕΠΑ. Είχε προηγηθεί τον Οκτώβριο, η υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας στη Σόφια για την έναρξη κατασκευής του Ελληνοβουλγαρικού Διασυνδετηρίου Αγωγού (IGB), που αναπτύσσεται με ευθύνη της εταιρείας ICGB AD, στην οποία η ΔΕΠΑ μετέχει με ποσοστό 25%. 

Το έργο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τον Ιούλιο του 2021, με αρχική δυναμικότητα 3 δισ. κυβικά μέτρα αερίου. Σε πρώτη φάση, οι ποσότητες θα προέρχονται από τον αγωγό TAP, ο οποίος αναμένεται να λειτουργήσει το 2020, μεταφέροντας αζέρικο αέριο στις ευρωπαϊκές αγορές, και στον οποίο η ΔΕΠΑ έχει δεσμεύσει χωρητικότητα ύψους 1 δισ. κ.μ. Στην ουσία, με τον αγωγό IGB, η εταιρεία πρόκειται να τροφοδοτήσει την βουλγαρική αγορά με φυσικό αέριο από την Κασπία, “σπάζοντας” για πρώτη φορά το ρωσικό μονοπώλιο στη γειτονική χώρα. 

Μια ακόμη σημαντική εξέλιξη ήρθε μόλις χθες, με το Δ.Σ. της επιχείρησης να εγκρίνει τη συμμετοχή με 20%, της ΔΕΠΑ στο μετοχικό κεφάλαιο της GASTRADE Α.Ε., της εταιρείας που έχει αναλάβει την υλοποίηση του Τερματικού Σταθμού LNG Βόρειας Ελλάδας, στην Αλεξανδρούπολη.

Ο Σταθμός είναι συμπληρωματικός του IGB και αποτελείται από την FSRU (πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης LNG) με αποθηκευτική ικανότητα LNG έως και 170.000 κυβ. μέτρα και δυναμικότητα αεριοποίησης 22,7 εκ. κ.μ. ημερησίως (8,3 δισ. κ.μ. ετησίως), η οποία θα αγκυροβοληθεί 10 χλμ ανοιχτά της παράκτιας περιοχής της Αλεξανδρούπολης, καθώς και από ένα σύστημα υποθαλάσσιων και χερσαίων αγωγών συνολικού μήκους 28 χλμ.

Το στίγμα της διεθνούς παρουσίας της εταιρείας, συμπληρώνουν επίσης η ενεργειακή σύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας μέσω του αγωγού IGI Poseidon, αλλά και το πρόγραμμα CYNERGY για την δημιουργία εφοδιαστικής αλυσίδας φυσικού αερίου στη Κύπρο, μια πρωτοβουλία που “σπάει” την ενεργειακή απομόνωση της χώρας. 

Εκτός φυσικά, από τη συμμετοχή της σε διεθνή projects,  βαρόμετρο για την εταιρεία να αποτελούν οι μακροχρόνιες συμβάσεις με τη ρωσική Gazprom, την τουρκική BOTAS, την αλγερινή Sonatrach, την IGSC (Αζερμπαϊτζάν), μέσω του αγωγού ΤΑΡ, αλλά και οι ανταγωνιστικές αγορές LNG από την παγκόσμια αγορά SPOT.

Συνοψίζοντας τον διεθνή ρόλο της Επιχείρησης, ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΠΑ, Κωνσταντίνος Ξιφαράς, τόνισε: «Εδώ και τριάντα χρόνια, η ΔΕΠΑ πρωταγωνιστεί στις ενεργειακές εξελίξεις των Βαλκανίων, ενώ αποτελεί και οργανικό τμήμα του ευρωπαϊκού σχεδιασμού για τη διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας μας και της Ευρώπης. 

Την ίδια στιγμή, με την πλούσια ενεργειακή διπλωματία που αναπτύσσει και τη συμμετοχή της σε μεγάλα διεθνή project, καθιστά την Ελλάδα περιφερειακό ενεργειακό κόμβο, αναβαθμίζοντας την οικονομική και γεωστρατηγική της σημασία», κατέληξε.

Το στίγμα της ΔΕΠΑ είναι έντονο και στην εγχώρια ενεργειακή αγορά, όπου πρόσφατα κέρδισε, τον διαγωνισμό για την προμήθεια της ΔΕΗ με φυσικό αέριο για το 2020. Η εταιρεία ανακηρύχθηκε ένας από τους δύο μειοδότες στο διαγωνισμό, με δυνατότητα να προμηθεύσει τη ΔΕΗ με 2 εκατ. μεγαβατώρες.