Η ανεργία στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει σημαντικά την τελευταία δεκαετία, επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν πριν από την οικονομική κρίση. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας βρισκόταν γύρω στο 23,6% το 2016, ενώ σήμερα, το 2025–2026, κινείται περίπου στο 7,5%–8,2%. Επομένως, πρόκειται για μια μείωση άνω των 15 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε δέκα χρόνια.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με αφορμή τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για πτώση της ανεργίας κάτω από το 10%, είχε δηλώσει ότι: «Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ η ανεργία στην πατρίδα μας έπεσε στο 9,6%, πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από το 2009». Σε άλλη τοποθέτηση είχε αναφέρει ότι: «Από το 17,5% του 2019 η ανεργία μειώθηκε στο 9,6%, με αύξηση των απασχολούμενων κατά περίπου 400.000».
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, η βασική κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι η μείωση των ποσοστών δεν συνεπάγεται απαραίτητα βελτίωση της ποιότητας εργασίας. Έτσι, κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ έχουν αναφέρει σε προηγούμενες ανακοινώσεις τους πως: «Οι αριθμοί της ανεργίας δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα των χαμηλών μισθών και της επισφαλούς εργασίας», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πιο ποιοτικές θέσεις εργασίας.
H πορεία της ανεργίας στην Ελλάδα από το 2010 έως σήμερα:
Σύμφωνα με την Eurostat, η Ελλάδα παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε ανεργία νέων. Η ανεργία στις ηλικίες 15–24 ετών, που ξεπερνούσε το 35%–40% την περίοδο 2016–2019, έχει μειωθεί περίπου στο 20%–25% τα τελευταία χρόνια, με ορισμένους μήνες του 2025 να κινούνται χαμηλότερα. Ωστόσο, παραμένει ακόμα μια από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.
Το πρόβλημα αποτυπώνεται και στην ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας. Στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι μεγάλο μέρος της αύξησης της απασχόλησης αφορά τουρισμό, εστίαση και εποχικές υπηρεσίες, τομείς που χαρακτηρίζονται από χαμηλότερες αμοιβές και υψηλή εποχικότητα. Αυτό δημιουργεί μια διπλή εικόνα: από τη μία πλευρά, η ανεργία μειώνεται· από την άλλη, η σταθερότητα και το εισόδημα παραμένουν ζητούμενα.
Έτσι, σύμφωνα και με τις σχετικές εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, εκατοντάδες χιλιάδες νέοι επιστήμονες μετανάστευσαν κατά την περίοδο 2010–2020. Αν και μέρος τους έχει επιστρέψει, η καθαρή ροή παραμένει αρνητική, γεγονός που επηρεάζει τη συνολική προσφορά εργασίας στη χώρα.