Οικονομία

Φτώχεια στην Ελλάδα βλέπει και η ΤτΕ!


Αύξηση του ποσοστού της φτώχειας στην Ελλάδα που τη φέρνει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία, διαπιστώνει και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών την αποδίδει στην άνοδο του πληθωρισμού και ειδικά των βασικών καταναλωτικών αγαθών, τονίζοντας ότι για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τα μηνιαία εισοδήματα επαρκούν μόλις για 18 ημέρες και το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα.

Όπως αναφέρει η έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, σύμφωνα με τις καταναλωτικές δαπάνες του 2024, προκύπτει αύξηση του δείκτη ανισότητας (S80/S20) με βάση τις δαπάνες, καθώς η μέση ισοδύναμη δαπάνη του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,68 φορές μεγαλύτερη από τη μέση ισοδύναμη δαπάνη του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (από 5,64 φορές το 2023).

Αντίθετα, ο δείκτης ανισότητας μειώνεται σε 4,38 (από 4,43 για το 2023) με βάση την τελική καταναλωτική δαπάνη.

Υπό το πρίσμα του επίμονου πληθωρισμού που παρατηρείται από το 2022, αναδεικνύεται η δυσανάλογα αρνητική επίδρασή του στην αγοραστική δύναμη των φτωχών νοικοκυριών, αφενός μεν γιατί το καταναλωτικό τους καλάθι περιέχει μεγαλύτερη αναλογία βασικών αγαθών όπως είναι τα είδη διατροφής, όπου παρατηρείται ιδιαιτέρως επίμονος πληθωρισμός (11,6% για το 2023 και 3,4% για το 2024), αφετέρου δε γιατί έχουν υψηλότερο μερίδιο της κατανάλωσης στο εισόδημά τους.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΟΠ 2024, η μέση ισοδύναμη δαπάνη για είδη διατροφής για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού ανέρχεται σε 33,5% των συνολικών δαπανών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 12,7%.

Εξάλλου, σύμφωνα με πιο πρόσφατη έρευνα για το 2025,26 η οικονομική πίεση ωστόσο δεν ασκείται μόνο στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, αλλά και στα μεσαία εισοδήματα, καθώς το 62,1% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα.

Στο σύνολο των νοικοκυριών, το μηνιαίο εισόδημα επαρκεί μεσοσταθμικά για 23 ημέρες, ενώ για τα νοικοκυριά που το εισόδημά τους τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα επαρκεί μεσοσταθμικά για 18 ημέρες.

Η αρνητική αναδιανεμητική επίδραση της πληθωριστικής διαταραχής αντισταθμίστηκε ωστόσο μερικώς από τα μέτρα στήριξης που υιοθετήθηκαν. Υποστηρικτικά για το διαθέσιμο εισόδημα των οικονομικά ασθενέστερων λειτούργησε και η αύξηση του κατώτατου μισθού εντός του 2024 (από 780 σε 830 ευρώ.

Αποτέλεσμα της αύξησης αυτής ήταν να μειωθεί το ποσοστό των μισθωτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και μικτές μηνιαίες αποδοχές κάτω των 800 ευρώ σε 17,8% το 2024 από 30,9% το 2023, σύμφωνα με την ειδική ετήσια απογραφική έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, της ΔΥΠΑ και του ΕΦΚΑ.

Αγκαλιά με τη Βουλγαρία

Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2024 η Ελλάδα είχε (μαζί με τη Βουλγαρία) το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που αδυνατούσε να έχει επαρκή θέρμανση (19%) ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ.

Ειδικά για τα φτωχά νοικοκυριά, το ποσοστό αυτό ανήλθε σε 43,6%, αυξημένο από 39,8% το 2023, αναδεικνύοντας το επίμονο πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας.

Παράλληλα, η στεγαστική κρίση έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς ταχύτερους από ό,τι τα εισοδήματα, οδηγώντας σε σοβαρή επιδείνωση της προσιτότητας της στέγασης, ιδιαίτερα για νέους και νοικοκυριά χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.

Διαβαστε επισης