Ελλάδα

Υποδομές: Από μοχλός ανάπτυξης σε κρίσιμο μηχανισμό διαχείρισης κινδύνου


Τα τελευταία χρόνια, οι υποδομές παύουν να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως εργαλείο ανάπτυξης και αναδεικνύονται σε βασικό οικονομικό μηχανισμό διαχείρισης κινδύνου.

Η κλιματική αστάθεια, η ενεργειακή αβεβαιότητα και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού μετατρέπουν τις δημόσιες επενδύσεις σε ζήτημα ανθεκτικότητας της οικονομίας και όχι απλώς μεγέθυνσης.

Η συζήτηση μετατοπίζεται από το πλήθος των έργων που υλοποιούνται στο εάν οι υποδομές μπορούν να μειώσουν μελλοντικά κόστη, να προστατεύσουν οικονομικές αξίες και να στηρίξουν ένα σταθερό επενδυτικό περιβάλλον.

Σήμερα, η αξιολόγηση των δημοσίων επενδύσεων δεν περιορίζεται στην ταχύτητα υλοποίησης, αλλά στην ικανότητά τους να απορροφούν κραδασμούς και να περιορίζουν το κόστος της επόμενης κρίσης.

Στην Ελλάδα, η κλιματική διάσταση γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Σύμφωνα με μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος, χωρίς έγκαιρη προσαρμογή, το συνολικό κόστος της κλιματικής αλλαγής θα μπορούσε να υπερβεί τα 200 δισ. ευρώ έως το 2100.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών, όπως οι πλημμύρες στη Θεσσαλία, ανέδειξαν ότι η έλλειψη ανθεκτικών υποδομών δεν αποτελεί θεωρητικό κίνδυνο, αλλά μετρήσιμη οικονομική και κοινωνική απώλεια.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι υποδομές επαναπροσδιορίζονται ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρόληψης και άμυνας, που μειώνει κινδύνους, απορροφά κρίσεις και διασφαλίζει τη συνέχεια της οικονομικής δραστηριότητας.

Όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ, Κωνσταντίνος Μακέδος, οι υποδομές δεν είναι απλώς έργα, αλλά μηχανισμός προστασίας, παραγωγικότητας και οικονομικής ισχύος, που θωρακίζει τη χώρα και ενισχύει την ανταγωνιστικότητά της.

Η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει αυτή τη μετατόπιση. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η ανθεκτικότητα πρέπει να ενσωματώνεται σε όλο τον κύκλο ζωής των έργων – από τον σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση έως τη λειτουργία και τη συντήρηση. Ανθεκτικές υποδομές δεν περιορίζουν μόνο τις ζημιές από κρίσεις, αλλά ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα και την ελκυστικότητα μιας χώρας για επενδύσεις.

Η συζήτηση για τις υποδομές συνδέεται πλέον άμεσα και με την αγορά ακινήτων. Η αξία ενός ακινήτου δεν εξαρτάται μόνο από τα φυσικά χαρακτηριστικά του, αλλά και από το σύνολο των υποδομών που το περιβάλλουν.

Έρευνες σε χώρες του ΟΟΣΑ καταγράφουν θετική συσχέτιση μεταξύ επενδύσεων σε μεταφορικές υποδομές και τιμών ακινήτων, μέσω της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας και της μείωσης του κόστους μετακίνησης.

Μελέτες δείχνουν επίσης ότι στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως η κατασκευή ηχοπετασμάτων, μπορούν να αυξήσουν τις αξίες κατοικιών έως και 6,8% σε κοντινές αποστάσεις, αποδεικνύοντας ότι η τεχνική σχεδίαση και η μείωση των αρνητικών εξωτερικοτήτων μεταφράζονται σε πραγματική οικονομική αξία. Στην Αθήνα, η εγγύτητα σε μετρό και βασικούς συγκοινωνιακούς κόμβους συνδέεται με υψηλότερες τιμές πώλησης και ενοικίασης, ενώ υποδομές με έντονες οχλήσεις λειτουργούν απομειωτικά.

Παράλληλα, ο κλιματικός κίνδυνος αρχίζει να τιμολογείται στις αγορές ακινήτων. Διεθνείς μελέτες καταγράφουν ότι ο κίνδυνος πλημμύρας ενσωματώνεται σταδιακά στις τιμές, ενώ τα έργα αντιπλημμυρικής προστασίας λειτουργούν ως έμμεσο «ασφάλιστρο» για την περιουσία, περιορίζοντας το discount κινδύνου.

Καθοριστικό ρόλο στη νέα αυτή προσέγγιση παίζει η τεχνολογία. Η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν την προληπτική λειτουργία των υποδομών, τη βελτίωση της συντήρησης και την ακριβέστερη αποτίμηση κινδύνων.

Παράλληλα, η ανθεκτικότητα δεν περιορίζεται σε μεγάλα εμβληματικά έργα, αλλά ενισχύεται και από μικρότερες παρεμβάσεις σε τοπικό επίπεδο, οι οποίες συχνά έχουν άμεσο κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα.

Το κρίσιμο στοίχημα πλέον είναι η μετάβαση από την αποσπασματική αντιμετώπιση σε μια προληπτική στρατηγική. Οι υποδομές παύουν να είναι απλώς κατασκευές και αναδεικνύονται σε θεμέλιο ασφάλειας, βιωσιμότητας και οικονομικής ισχύος, καθορίζοντας όχι μόνο την ανθεκτικότητα της χώρας, αλλά και την αξία του χώρου στον οποίο ζούμε και επενδύουμε.