Ελλάδα

Ρέματα-παγίδες στην Αττική: Πώς οι ανθρώπινες παρεμβάσεις αυξάνουν τον κίνδυνο πλημμυρών


Τα ρέματα και τα ποτάμια δεν είναι από τη φύση τους επικίνδυνα. Επικίνδυνα τα καθιστούν οι ανθρώπινες παρεμβάσεις, όταν η φυσική τους λειτουργία αγνοείται και η κοίτη τους στενεύει, μπαζώνεται ή εγκιβωτίζεται σε ανεπαρκείς διατομές. Αυτό επισημαίνει ο καθηγητής Τεχνικής Γεωλογίας και Γεωτεχνικής Μηχανικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Κωνσταντίνος Λουπασάκης, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου ενόψει της χειμερινής περιόδου.

Όπως εξηγεί, τα ρέματα διαθέτουν φυσικές ζώνες πλημμύρας και περιοχές όπου η διάβρωση μπορεί να μεταβάλλει το πλάτος και το βάθος της κοίτης. Όταν όμως οι ανθρώπινες παρεμβάσεις δεν λαμβάνουν υπόψη αυτές τις φυσικές διεργασίες, δημιουργούνται συνθήκες επικινδυνότητας.

«Τα θεωρούμε χαμένο χώρο»

Στην Αττική, αλλά και στα αστικά κέντρα της χώρας, υπάρχουν, σύμφωνα με τον καθηγητή, πολλά παραδείγματα ρεμάτων που έχουν εγκιβωτιστεί σε ανεπαρκείς διατομές ή διασχίζονται από στενές και χαμηλές γέφυρες.

Παράλληλα, σε αρκετές περιπτώσεις έχει αλλάξει η φυσική πορεία του νερού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι η μορφολογία του εδάφους μπορεί να οδηγήσει το νερό ξανά προς την παλιά του διαδρομή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ρέμα της Πικροδάφνης, όπου, όπως αναφέρει ο κ. Λουπασάκης, υπάρχουν σημεία στα οποία το νερό καλείται να περάσει από διατομές και κάτω από γέφυρες που δεν επαρκούν ούτε για μέσες πλημμυρικές παροχές.

Ανάλογα προβλήματα εντοπίζει και στα ρέματα που κατεβαίνουν από τον Υμηττό, ενώ στην περιοχή της Μάνδρας περιγράφει ένα υδρογραφικό δίκτυο με διαδοχικά «bypass», το οποίο έχει απομακρυνθεί σημαντικά από τη φυσική του μορφή.

«Στην Ελλάδα τα θεωρούμε “χαμένο χώρο”, τον οποίο πρέπει να καταλάβουμε και να “αξιοποιήσουμε”», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Οι παρεμβάσεις που λύνουν ένα πρόβλημα και δημιουργούν άλλα

Ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των διαθέσιμων κονδυλίων.

Απαιτείται, όπως λέει, έγκαιρος προγραμματισμός και σωστά μελετημένος σχεδιασμός, καθώς συχνά εφαρμόζονται εκ των υστέρων «πυροσβεστικές» παρεμβάσεις.

Μάλιστα, φέρνει ξανά ως παράδειγμα την Πικροδάφνη. Μετά τις διαβρώσεις που έπληξαν πρανή και κατοικίες, υποστηρίζει ότι δεν απομακρύνθηκαν τα τοιχία και τα μπαζώματα που είχαν στενέψει την κοίτη και επηρεάσει την πορεία του νερού.

Αντίθετα, όπως αναφέρει, κατασκευάστηκαν νέα τοιχία, εκφράζοντας τον φόβο ότι αντίστοιχα προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν στο μέλλον σε γειτονικά σημεία.

Το πρόβλημα των πολλών αρμοδιοτήτων

Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύει είναι ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων.

Όπως εξηγεί, οι δήμοι από τους οποίους διέρχονται ρέματα και ποτάμια δεν έχουν πάντοτε τη δικαιοδοσία να παρέμβουν, γεγονός που μπορεί να καθυστερεί την αντιμετώπιση προβλημάτων.

Στις αιτίες προσθέτει και την ανθρώπινη δραστηριότητα: αυθαίρετη δόμηση, μπαζώματα μέσα στις κοίτες, απόρριψη σκουπιδιών και μπάζων.

«Σοβαρό μερίδιο ευθύνης έχουμε εμείς, οι πολίτες», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ίδιοι οι πολίτες ζητούν στη συνέχεια από την Πολιτεία να νομιμοποιήσει ή να προστατεύσει αυθαίρετες παρεμβάσεις.

Γιατί δεν ανοίγουν τα ρέματα;

Το ερώτημα γιατί σε άλλες χώρες εφαρμόζονται λύσεις που αφήνουν περισσότερο χώρο στα ρέματα, ενώ στην Ελλάδα συχνά παρατηρείται το αντίθετο, συνδέεται, σύμφωνα με τον καθηγητή, με τον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί το αστικό περιβάλλον.

«Το αστικό περιβάλλον περιβάλλει ασφυκτικά τους αποδέκτες», εξηγεί, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον ο απαιτούμενος χώρος για την εφαρμογή τέτοιων λύσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ιλισός, ο οποίος έχει εγκιβωτιστεί κάτω από τη σημερινή Μιχαλακοπούλου. «Δεν μπορούμε πλέον να ανοίξουμε τη Μιχαλακοπούλου και να αποκαλύψουμε τον Ιλισό που ρέει από κάτω της», σημειώνει.

Κηφισός: «Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό»

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο κ. Λουπασάκης και στο πρόσφατο περιστατικό με βυτιοφόρο που εντοπίστηκε να απορρίπτει βιομηχανικά απόβλητα στον Κηφισό.

Ο ίδιος σημειώνει ότι, από την εμπειρία του στο ύπαιθρο, έχει συναντήσει επανειλημμένα βυτιοφόρα χωρίς πινακίδες που αδειάζουν λύματα σε αρδευτικά κανάλια και ποτάμια.

«Μου έκανε εντύπωση που μας εξέπληξε αυτό το γεγονός», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας περιστατικά στα οποία βυτιοφόρα αδειάζουν το φορτίο τους ή κινούνται σε χωματόδρομους με τις βάνες ανοιχτές.

Για τον Κηφισό εκτιμά ότι το συγκεκριμένο περιστατικό δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένο, καθώς, όπως υποστηρίζει, λύματα μπορεί να καταλήγουν στην κοίτη από πολλές πηγές, νόμιμες και παράνομες.

Οι ρύποι καταλήγουν τελικά στη θάλασσα

Ο καθηγητής εκτιμά ότι οι απορρίψεις στον Κηφισό έχουν σημαντικές επιπτώσεις κυρίως στο θαλάσσιο περιβάλλον, καθώς ο κάτω ρους του ποταμού είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εγκιβωτισμένος σε σκυροδετημένες διατομές.

Όπως εξηγεί, διαρροές προς τους υδροφόρους ορίζοντες μπορούν να υπάρξουν κυρίως στα σημεία όπου οι συγκεκριμένες κατασκευές έχουν υποστεί αστοχίες. Έτσι, κατά την εκτίμησή του, μεγάλο μέρος των ρύπων καταλήγει τελικά στη θάλασσα.

Ο ίδιος διευκρινίζει ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις δεν αποτελούν αντικείμενο της ειδικότητάς του.

Δειγματοληψίες και συνεχής έλεγχος

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος προτείνει συστηματική λήψη δειγμάτων και εργαστηριακές αναλύσεις, ώστε να εντοπιστούν οι πηγές ρύπανσης που λειτουργούν σε μόνιμη βάση.

Οι περιστασιακές και παράνομες απορρίψεις είναι σαφώς δυσκολότερο να εντοπιστούν, εκτιμά, εκτός εάν εγκατασταθούν συστήματα συνεχούς καταγραφής, με κέντρα ελέγχου και δυνατότητα άμεσης παρέμβασης.

Το βασικό μήνυμα του καθηγητή είναι ότι η αντιπλημμυρική προστασία δεν μπορεί να περιορίζεται σε έργα που γίνονται μετά την εκδήλωση ενός προβλήματος. Η φυσική διαδρομή του νερού, η επάρκεια των κοιτών και των γεφυρών και ο περιορισμός των αυθαίρετων παρεμβάσεων πρέπει να αποτελούν μέρος του σχεδιασμού πριν από την επόμενη ισχυρή βροχόπτωση.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα