Αισθητή αύξηση παρουσιάζουν οι αριθμοί των πτυχιούχων και των κατόχων μεταπτυχιακού διπλώματος, αλλά το ένα πέμπτο αυτών είναι λειτουργικά αναλφάβητοι.
Επίσης, παρά το γεγονός ότι έχουν αυξηθεί οι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι νέοι ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα έχουν περίπου ίδιες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με τα άτομα ηλικίας 55-65 ετών, που δείχνει ότι η φοίτηση στα ΑΕΙ δεν βελτιώνει τον «εγγραμματισμό» τους σε σχέση με όσους (ηλικιωμένους) που είχαν λιγότερες ευκαιρίες φοίτησης σε ΑΕΙ, πριν από 35-45 έτη.
Αυτή είναι μία από τις πολλές διαπιστώσεις της μελέτης που πραγματοποίησε η Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank με τίτλο «Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα: μεγέθη, προκλήσεις και δυνητική συνεισφορά στην ανάπτυξη». Συγγραφείς της μελέτης είναι οι Δρ. Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος, και Δρ. Κωνσταντίνος Πέππας, Ερευνητής Οικονομολόγος.
Υστέρηση στην ποιότητα
Ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο των διαπιστώσεων της ενδιαφέρουσας μελέτης είναι εκείνο που προσεγγίζει την ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Όπως σημειώνει, η έρευνα PIAAC (2016) του ΟΟΣΑ που αφορά τους ενηλίκους έδειξε ότι 19% των αποφοίτων του πανεπιστημίου είναι λειτουργικά αναλφάβητοι, καθώς η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από άνοδο της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών.
Παλιότερη έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ που αφορά τους ενηλίκους, με στοιχεία έως και το 2015, έδειξε ότι το 19% των αποφοίτων του πανεπιστημίου ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι.
Είναι απορίας άξιον πώς είναι δυνατόν ένα εκπαιδευτικό σύστημα να χορηγεί πτυχία πανεπιστημίου σε ανθρώπους που αποτιμώνται ως λειτουργικά αναλφάβητοι, τονίζεται στη μελέτη, ενώ προστίθεται ότι παρόμοια αποτελέσματα έδειξε και η έρευνα PISA του ΟΟΣΑ για μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του 2022.
Παράλληλα, ενώ άλλες χώρες βελτίωσαν το σύνολο των βασικών δεξιοτήτων του πληθυσμού κατά περίπου 30%-35% από τη δεκαετία του ’50, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βελτίωση ήταν μόλις 5%.
Ακόμη, σε αντίθεση με ό,τι παρατηρείται σε άλλες χώρες, στην Ελλάδα οι νέοι ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα έχουν περίπου ίδιες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με τα άτομα ηλικίας 55-65 ετών παρά το γεγονός ότι το ποσοστό των πτυχιούχων έχει αυξηθεί εκθετικά.
Δηλαδή παρότι σήμερα στις ηλικίες 25-35 ετών οι πτυχιούχοι και οι μεταπτυχιακοί έχουν αυξηθεί αισθητά σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, εντούτοις, σε επίπεδο εγγραμματισμού έχουν τις ίδιες επιδόσεις με τους σημερινούς 50άρηδες και 60άρηδες, στους οποίους το ποσοστό των πτυχιούχων και των κατόχων μεταπτυχιακού, είναι κατά πολύ μικρότερο.
Πληθωρισμός πτυχίων
Οι μελετητές της Eurobank επισημαίνουν ότι αυτά τα ευρήματα εγείρουν τον προβληματισμό κατά πόσον η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων επετεύχθη με το κόστος της χαλάρωσης των κριτηρίων εισδοχής και αποφοίτησης κι επομένως της χαμηλότερης ποιότητας των παρεχόμενων γνώσεων και ικανοτήτων, δηλαδή κατά πόσον υφίσταται πληθωρισμός πτυχίων.
Ακόμη στη μελέτη σημειώνεται πως οι προσμετρήσεις ποιότητας πιθανώς συνεισφέρουν και στην έξοδο πολλών χιλιάδων νέων Ελλήνων κι Ελληνίδων στο εξωτερικό για την διεξαγωγή προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών σπουδών, αφού το 2023 ήταν 37.658, περισσότεροι από το 2008, παρά την άνοδο των προσφερόμενων θέσεων σε ελληνικά ιδρύματα.
Αυτό κοστίζει στα νοικοκυριά και στην εθνική οικονομία τεράστια ποσά συναλλάγματος και, στο βαθμό που αρκετοί παραμένουν στο εξωτερικό, στερεί από την ελληνική οικονομία εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και επιδεινώνει τις δυσμενείς προβολές εξέλιξης του πληθυσμού.
Χωρίς σύνδεση με την αγορά εργασίας
Επίσης στη μελέτη της Eurobank επιγραμματικά επισημαίνονται τα ακόλουθα:
- Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή ζήτηση για σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αντιστοίχως εύκολη πρόσβαση. Το ελληνικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει το υψηλότερο μέσο ποσοστό στην ΕΕ-27 όσον αφορά τη συμμετοχή των νέων 20 ετών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: 55,7% έναντι μέσου όρου 33,1% στην ΕΕ-27 (μέσο ποσοστό 2013-2024).
- Ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών σε κανονικά εξάμηνα σπουδών σε πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα κυμαίνεται στους 300,0 χιλ. περίπου κατ’ έτος (296,8 χιλ. το 2023).
- Η άνοδος του αριθμού των αποφοίτων λυκείου που εισέρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, συνοδεύτηκε από ακόμα ταχύτερη αύξηση του αριθμού των κατόχων βασικού πτυχίου που ακολούθησαν μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές.
- Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών στον πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001 και 2023 (στους 106,8 χιλ.) και των διδακτορικών σχεδόν τριπλασιάστηκε (στους 33,7 χιλ.).
- Σύμφωνα με το CEDEFOP η Ελλάδα, το 2017 και το 2024, σημειώνει την τρίτη και τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση, αντίστοιχα, μεταξύ 31 χωρών στον βαθμό στον οποίο οι δεξιότητες αντιστοιχίζονται αποτελεσματικά στην αγορά εργασίας.
- Την περίοδο 2008-2025 είχε το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό (2η το 2025) υπερ-ειδίκευσης (over-qualification rate) μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27, το οποίο αφορά τους απασχολούμενους με τριτοβάθμια εκπαίδευση που εργάζονται σε χαμηλής ή μεσαίας ειδίκευσης επαγγέλματα. Αυτό μπορεί να ιδωθεί ως ένδειξη πληθωρισμού πτυχιούχων ή και ρηχότητας της παραγωγικής βάσης της χώρας που δεν δημιουργεί επαρκή αριθμό θέσεων υψηλότερης εξειδίκευσης, λόγω της κλίσης της προς τομείς χαμηλότερης γνώσης.
- Αντίθετα με την αύξηση του αριθμού των φοιτητών, το διδακτικό προσωπικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης περιορίστηκε μεταξύ 2001 και 2023 κατά 12,5%. Η εικόνα αυτή προήλθε από τον περιορισμό κατά 40,0% την περίοδο της κρίσης 2009-2014 λόγω των περικοπών δαπανών, με τον κύριο όγκο να αφορά τη μείωση του διδακτικού προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου.
- Η Ελλάδα παρουσιάζει μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην ΕΕ-27 όσον αφορά τις δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στο σύνολο της εκπαίδευσης αλλά υψηλότερες του μέσου όρου στις δαπάνες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με αμφότερα τα ποσοστά να αυξάνονται. Συνολικά, την περίοδο 2001-2024, οι δαπάνες για τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκαν, από 1,5% σε 2,7% του συνόλου των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης.
- Εφόσον βελτιωθεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα και αλλάξει προσανατολισμό, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 12,7%.