Ελλάδα

Η «Μεγάλη Παράκαμψη της Αττικής», που στοχεύει να αποσυμφορήσει τον Κηφισό


Σε τροχιά υλοποίησης επανέρχεται η «Μεγάλη Παράκαμψη της Αττικής», με το έργο Ελευσίνα-Οινόφυτα να εξετάζεται ως επέκταση υφιστάμενης παραχώρησης και την κατασκευή του να τοποθετείται, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και στο 2028.

Η αντιμετώπιση του κυκλοφοριακού στην Αττική περνά από μια σειρά παρεμβάσεων στους πλέον επιβαρυμένους οδικούς άξονες, με τον Κηφισό να βρίσκεται στο επίκεντρο. Η αναβάθμιση του κόμβου Μεταμόρφωσης, που αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του 2026, και ο Τριπλός Κόμβος Σκαραμαγκά, για τον οποίο έχει ήδη υπογραφεί η σύμβαση κατασκευής, αποτελούν δύο από τα έργα που έχουν σχεδιαστεί για την αποσυμφόρηση του λεκανοπεδίου.

Στο ίδιο πλαίσιο επανέρχεται ένα πολύ μεγαλύτερο project, το οποίο βρίσκεται εδώ και χρόνια στον σχεδιασμό, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει περάσει στη φάση κατασκευής: ο νέος οδικός άξονας Ελευσίνα-Οινόφυτα, γνωστός ως «Μεγάλη Παράκαμψη της Αττικής».

Το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών βρίσκεται σε συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το ενδεχόμενο υλοποίησης του έργου μέσω επέκτασης υφιστάμενης σύμβασης παραχώρησης. Η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη, καθώς οποιαδήποτε ουσιώδης τροποποίηση μιας υφιστάμενης παραχώρησης πρέπει να είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο ανταγωνισμού και να λάβει τις απαιτούμενες εγκρίσεις.

Ένας νέος διάδρομος γύρω από την Αθήνα

Ένα από τα σενάρια που εξετάζονται προβλέπει την ένταξη του νέου άξονα στην παραχώρηση της Νέας Οδού. Η λύση αυτή δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, ωστόσο αποτελεί βασικό μέρος των συζητήσεων για το πώς μπορεί να προχωρήσει ένα έργο που έχει προταθεί από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.

Ο σχεδιασμός αφορά έναν νέο κλειστό αυτοκινητόδρομο μήκους περίπου 40 χιλιομέτρων, με ανισόπεδους κόμβους και τμήματα σηράγγων. Ο άξονας θα συνδέει την περιοχή των Οινοφύτων με τον Άγιο Λουκά, όπου θα συναντά την Αττική Οδό, δημιουργώντας έναν νέο περιφερειακό διάδρομο γύρω από το λεκανοπέδιο.

Ο βασικός στόχος είναι ένα σημαντικό τμήμα της διαμπερούς κυκλοφορίας να μετακινηθεί εκτός του αστικού ιστού, με ιδιαίτερη έμφαση στα βαρέα οχήματα που σήμερα χρησιμοποιούν τον Κηφισό για να κινηθούν μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ελλάδας.

Σήμερα, ένα φορτηγό που μεταφέρει εμπορεύματα από το Θριάσιο ή τη Δυτική Αττική προς τη Βόρεια Ελλάδα αναγκάζεται να κινηθεί μέσω του υφιστάμενου οδικού δικτύου της πρωτεύουσας. Η νέα σύνδεση θα δημιουργήσει μια εναλλακτική διαδρομή, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς την Αττική Οδό, τη Νέα Οδό και την Ολυμπία Οδό.

Το βάρος στον Κηφισό

Ο Κηφισός δεν λειτουργεί μόνο ως ένας από τους σημαντικότερους αστικούς οδικούς άξονες της Αθήνας. Αποτελεί ταυτόχρονα βασικό διάδρομο για τις εμπορευματικές μεταφορές που διασχίζουν την Αττική, με αποτέλεσμα η συμφόρηση να επηρεάζει τόσο τις καθημερινές μετακινήσεις, όσο και τη διακίνηση προϊόντων. Η δημιουργία ενός περιφερειακού άξονα θα μπορούσε να μεταβάλει αυτή την ισορροπία, απομακρύνοντας μέρος της βαριάς κυκλοφορίας από τον Κηφισό και διοχετεύοντάς την σε μια διαδρομή που σχεδιάζεται εξαρχής για διαμπερείς και εμπορευματικές μετακινήσεις.

Τη σημασία της σύνδεσης έχει επισημάνει και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, χαρακτηρίζοντας τη σύνδεση Ελευσίνας-Οινοφύτων «πραγματική μεγάλη παράκαμψη της Αττικής» και συνδέοντας την υλοποίησή της με την ανάγκη να απομακρυνθούν τα βαρέα φορτηγά από τον Κηφισό.

Κρίσιμο έργο για τις εμπορευματικές μεταφορές

Η νέα διαδρομή θα μπορούσε να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τις εμπορευματικές ροές από το Θριάσιο και τη Δυτική Αττική προς τη Βόρεια Ελλάδα, καθώς θα προσφέρει πιο άμεση σύνδεση χωρίς τη διέλευση από τον πυκνό αστικό ιστό. Το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η Δυτική Αττική συγκεντρώνει σημαντικές υποδομές logistics και εμπορευματικών μεταφορών. Η δυνατότητα ταχύτερης και πιο απρόσκοπτης κίνησης προς τον βόρειο οδικό άξονα μπορεί να περιορίσει χρόνους μεταφοράς και να βελτιώσει τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Το κόστος του έργου υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, τοποθετώντας το μεταξύ των σημαντικότερων νέων οδικών projects που σχεδιάζονται στην Αττική. Η χρηματοδότηση και το μοντέλο παραχώρησης αποτελούν, επομένως, εξίσου κρίσιμα ζητήματα με τον ίδιο τον τεχνικό σχεδιασμό.

Οι πρώτες εκτιμήσεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο έναρξης της κατασκευής ακόμη και μέσα στο 2028. Το χρονοδιάγραμμα, ωστόσο, εξαρτάται από την έκβαση των συζητήσεων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τις απαιτούμενες εγκρίσεις και την ολοκλήρωση των τεχνικών, περιβαλλοντικών και συμβατικών διαδικασιών.

Διαβαστε επισης