Ελλάδα

Δημογραφική κατάρρευση: Η Ελλάδα μικραίνει και γερνάει–Σοκάρουν τα στοιχεία


Υπάρχουν προβλήματα που φαίνονται πρώτα στους αριθμούς και ύστερα στην καθημερινότητα. Το δημογραφικό είναι πλέον ένα από αυτά. Δεν αφορά μόνο το πόσα παιδιά γεννιούνται ή πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο, αλλά το ποια Ελλάδα θα υπάρχει αύριο. Πόσοι θα εργάζονται, πόσοι θα συνταξιοδοτούνται, ποιοι θα στελεχώνουν τις επιχειρήσεις, πόσα σχολεία θα λειτουργούν και αν ολόκληρες περιοχές της χώρας θα μπορούν να διατηρήσουν τον πληθυσμό και τις βασικές τους υποδομές.

Η δημογραφική αλλαγή έχει ήδη περάσει από το επίπεδο των προβλέψεων και των εκτιμήσεων στην πραγματικότητα. Τα παιδιά είναι λιγότερα, η κοινωνία γερνάει και η παραγωγική βάση συρρικνώνεται. Και οι τελευταίοι αριθμοί της ΕΛΣΤΑΤ έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι η τάση αυτή όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά βαθαίνει.

Βαθαίνει η κρίση

Το 2015 γεννήθηκαν στην Ελλάδα σχεδόν 92.000 παιδιά. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2025, οι γεννήσεις περιορίστηκαν περίπου στις 65.600, δηλαδή μειώθηκαν σχεδόν κατά 29% μέσα σε μία δεκαετία. Μόνο μέσα σε έναν χρόνο, από το 2024 στο 2025, μειώθηκαν κατά 4,2%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 καταγράφηκαν 65.618 γεννήσεις, έναντι 68.467 το 2024. Από αυτές, 33.633 αφορούσαν αγόρια και 31.985 κορίτσια.

Την ίδια στιγμή, οι θάνατοι ανήλθαν σε 121.841, έναντι 126.916 το 2024, καταγράφοντας μείωση 4%. Παρά τη μείωση των θανάτων, η διαφορά με τις γεννήσεις παραμένει τεράστια. Το αποτέλεσμα ήταν ο πληθυσμός της χώρας να συρρικνωθεί κατά 56.223 άτομα μέσα σε μόλις ένα έτος.

Και η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική αν μεταφερθεί στην καθημερινότητα. Φέτος, λιγότερα από 70.000 παιδιά πέρασαν το κατώφλι της Α΄ Δημοτικού στα δημόσια σχολεία. Το δημογραφικό, επομένως, δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση για το 2050 ή το 2100. Είναι ήδη εδώ.

70 ηλικιωμένοι για κάθε 100 νεότερα άτομα

Παράλληλα, η Ελλάδα είναι μία από τις γηραιότερες κοινωνίες της Ευρώπης και η αναλογία μεταξύ των γενεών αλλάζει γρήγορα. Σήμερα, για κάθε 100 ανθρώπους ηλικίας 20 έως 64 ετών αντιστοιχούν περίπου 42 άτομα άνω των 65. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι σε λιγότερες από τρεις δεκαετίες η αναλογία αυτή θα ξεπεράσει τους 70 ηλικιωμένους για κάθε 100 άτομα παραγωγικής ηλικίας.

Το επόμενο πρόβλημα είναι ότι δεν μειώνεται μόνο ο συνολικός πληθυσμός, αλλά και η παραγωγική βάση της οικονομίας. Οι δημογραφικές προβολές δείχνουν ότι ο πληθυσμός ηλικίας 20 έως 64 ετών στην Ελλάδα θα μειωθεί κατά περισσότερο από 30% έως το 2064.

Οι συνέπειες είναι ευρύτερες από ένα στατιστικό μέγεθος. Λιγότεροι άνθρωποι σε ηλικία εργασίας σημαίνουν μεγαλύτερη δυσκολία για τις επιχειρήσεις να βρουν εργαζομένους, μεγαλύτερη πίεση στο ασφαλιστικό και στα συστήματα υγείας και διαφορετικές ανάγκες για κατοικία, περίθαλψη και φροντίδα.

Η Ελλάδα των 7 εκατομμυρίων

Οι νεότερες προβολές της Eurostat δείχνουν πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η πορεία. Ο πληθυσμός της Ελλάδας, από 10,37 εκατομμύρια σήμερα, προβλέπεται να περιοριστεί στα 7,25 εκατομμύρια το 2100, δηλαδή κατά 30,1%, κατατάσσοντας τη χώρα μεταξύ εκείνων της ΕΕ με τις μεγαλύτερες αναμενόμενες απώλειες πληθυσμού.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αιτία. Η Eurostat υπολογίζει ότι η Ελλάδα θα χάσει περίπου 5,026 εκατομμύρια ανθρώπους από τη φυσική μεταβολή του πληθυσμού, δηλαδή από τη διαφορά γεννήσεων και θανάτων. Η καθαρή μετανάστευση αναμένεται να προσθέσει περίπου 1,901 εκατομμύρια ανθρώπους. Ακόμη και έτσι, το συνολικό ισοζύγιο παραμένει βαθιά αρνητικό.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται οι επιλογές μιας ολόκληρης γενιάς: η οικονομική ανασφάλεια, το κόστος της κατοικίας, οι απαιτήσεις της εργασίας και της καθημερινότητας, αλλά και οι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται η οικογένεια και η απόκτηση παιδιών.

Και το πρόβλημα δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Στις ακριτικές και νησιωτικές περιοχές, αλλά και σε μικρότερες κοινότητες της χώρας, η πληθυσμιακή συρρίκνωση μπορεί να κρίνει ακόμη και το αν θα υπάρχει αύριο σχολείο, γιατρός ή μια βιώσιμη τοπική οικονομία.

Το δημογραφικό, επομένως, δεν είναι απλώς η Ελλάδα που έχει λιγότερους κατοίκους. Είναι η Ελλάδα που αλλάζει ηλικιακή σύνθεση, παραγωγικές δυνατότητες και κοινωνικές ανάγκες. Και οι αριθμοί δείχνουν ότι η αλλαγή αυτή έχει ήδη αρχίσει.

ΔΗΜ. ΚΥΡ.