Ελλάδα

Aποζημίωση 420.000 ευρώ στους συγγενείς θύματος του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη


Γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της υπ΄ αρ. Α2847/2026 απόφασης του 25ου Τμήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε αποζημίωση 420.000 ευρώ για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν συγγενείς από τον θάνατο του παιδιού τους, αδελφού και εγγονού, κατά το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.

Ειδικότερα, το Δ. Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι το ελληνικό Δημόσιο, για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, έχει αστική ευθύνη λόγω παράλειψης εποπτείας των σιδηροδρόμων και το υποχρεώνει να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση (αποζημίωση) στους συγγενείς του θύματος, εντόκως από την ημέρα κατάθεσης της αγωγής και έως την εξόφλησή της.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με πρόεδρο τον πρόεδρο Πρωτοδικών Χρήστο Μουσούρο και εισηγήτρια την πρωτοδίκη Δήμητρα Ντισλίδου, από την εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας και του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε ότι «αν λειτουργούσε πλήρως το σύστημα GSM-R, ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας IC 62 θα είχε τη δυνατότητα, μόλις αντιλήφθηκε ότι κινείται στη γραμμή καθόδου, να επικοινωνήσει με το μηχανοδηγό του αντίθετα κινούμενου εμπορικού συρμού 63503 και να συνειδητοποιήσουν και οι δυο ότι βρίσκονται σε συγκρουσιακή πορεία».

Παράλληλα, το Δ. Πρωτοδικείο άγεται στην κρίση ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».

Αναλυτικότερα, επισημαίνεται στην δικαστική απόφαση ότι το ελληνικό Δημόσιο, δια του αρμόδιου υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, και ανεξαρτήτως της ειδικότερης πληροφόρησής του από φορείς του σιδηροδρομικού φορέα, όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει την μη ύπαρξη, λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας στο σιδηρόδρομο.

Ακόμη, αναφέρει ότι η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου «επιτείνεται από το γεγονός ότι τόσο η μη λειτουργία των συστημάτων αυτών στο σιδηρόδρομο όσο και η ανεπαρκής, αναποτελεσματική και ανεπιτυχής άσκηση εποπτείας από την ΡΑΣ στον ΟΣΕ σε θέματα ασφαλείας στον (ήδη επιβαρυμένο και με σημαντικά παρωχημένο τεχνολογικό εξοπλισμό όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πορίσματα) σιδηρόδρομο, εκδηλωνόταν επί μακρόν, διακυβεύοντας τα απολύτως προστατευόμενα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των χρηστών και των εργαζομένων του σιδηρόδρομου» και συνεχίζει: «Παρά ταύτα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αδράνησε, παραλείποντας να ασκήσει την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα και στο πλαίσιο αυτής τον εγγυητικό του ρόλο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, ήτοι μεριμνώντας, εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου, για την λήψη των κατάλληλων μέτρων για την επίκαιρη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας στον σιδηρόδρομο, εποπτική αρμοδιότητα που πάντως ασκείται και αφορά και σε δημόσια επιχείρηση που παρέχει ζωτικής- κοινής ωφέλειας- υπηρεσίες, τελούσα διαρκώς υπό την εξάρτηση, την εποπτεία και τη νομική εγγύηση του κράτους, αποριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Μετά από το σιδηροδρομικό δυστύχημα, άλλωστε, το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών ξεκίνησε μια εκτεταμένη εκστρατεία για την αναβάθμιση, την ανανέωση και σε ορισμένες περιπτώσεις την επέκταση της υπάρχουσας σιδηροδρομικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, της προσαρμογής του συστήματος σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, καθώς και της εγκατάστασης του αυτόματου συστήματος για τις αμαξοστοιχίες (ETCS)».

Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο «άγεται στην κρίση ότι το Ελληνικό Δημόσιο δια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Διαβαστε επισης