Η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει συστηματικά τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική της παρουσία, αναπτύσσοντας ένα εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων, εγκαταστάσεων, ναυτικών και αεροπορικών υποδομών από τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Αφρική, την Κεντρική Ασία και τον Ινδικό Ωκεανό, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς, ενεργειακούς διαδρόμους και στρατηγικά σημεία ελέγχου.
Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επεξεργάζεται ένα νέο σχέδιο διεθνούς στρατιωτικής ανάπτυξης, με νέες εγκαταστάσεις στην Αφρική και την Ασία. Το σχέδιο συνδέεται με την προσπάθεια αναδιοργάνωσης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ώστε να μπορούν να επιχειρούν σε μεγαλύτερες αποστάσεις και να διατηρούν δυνάμεις εκτός της τουρκικής επικράτειας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με τη Hürriyet και την Türkiye Today, η νέα στρατηγική προβλέπει την ανάπτυξη χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών μονάδων σε χώρες διαφορετικών ηπείρων, με βασικούς προορισμούς την Αφρική και την Ασία. Δεν πρόκειται μόνο για αποστολή στρατιωτικών συμβούλων ή εκπαιδευτών, αλλά για ένα μοντέλο που περιλαμβάνει υποδομές, εφοδιαστικές αλυσίδες, συμφωνίες με τις χώρες υποδοχής και δυνατότητα διαρκούς επιχειρησιακής υποστήριξης.
Νέα διεθνής στρατιωτική διοίκηση
Κεντρικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι η δημιουργία της Διεθνούς Κοινής Στρατηγικής Διοίκησης (UMSK), και επικεφαλής της τοποθετήθηκε ο αντιστράτηγος Σεμπαχατίν Κιλίντς, ο οποίος μέχρι τότε διοικούσε τις τουρκικές δυνάμεις στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη.
Η νέα διοίκηση αναλαμβάνει τον συντονισμό και τον επιχειρησιακό έλεγχο των τουρκικών στρατιωτικών μονάδων που υπηρετούν στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένης της Διοίκησης των Τουρκικών «Ειρηνευτικών Δυνάμεων» στην Κύπρο.
Με τη νέα δομή, η Άγκυρα επιδιώκει να συντονίζει αποτελεσματικότερα τις δυνάμεις της σε διαφορετικά μέτωπα, να διαχειρίζεται τις ανάγκες μεταφοράς και ανεφοδιασμού και να μπορεί να αναπτύσσει στρατιωτικό προσωπικό σε περισσότερες περιοχές.

Οι νέες βάσεις που εξετάζει η Τουρκία
Η σημαντικότερη αφορά την προσφορά της Σαουδικής Αραβίας για την εγκατάσταση τουρκικής στρατιωτικής βάσης στο έδαφός της. Η πρόταση, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν στις 29 Οκτωβρίου, προβλέπει ένα μοντέλο αντίστοιχο με την τουρκική στρατιωτική παρουσία στο Κατάρ.
Η εγκατάσταση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση και υποστήριξη των σαουδαραβικών ενόπλων δυνάμεων, την ανάπτυξη κοινών αμυντικών δυνατοτήτων και την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος του βασιλείου.
Η συγκεκριμένη προοπτική συνδέεται άμεσα με τη συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί η ακριβής τοποθεσία της βάσης ούτε έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία έγκρισης της ανάπτυξης τουρκικών στρατευμάτων. Έτσι θα μπορεί να έχει ευρύτερο έλεγχο στην Ερυθρά Θάλασσα αφού διαθέτει βάση και στη Σομαλία.
Ένα δεύτερο ιδιαίτερα ενδιαφέρον μέτωπο βρίσκεται στη Λιβύη. Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του ιταλικού πρακτορείου Agenzia Nova, τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες συμμετέχουν στην κατασκευή μεγάλης αεροπορικής βάσης των δυνάμεων του Χαλίφα Χαφτάρ στην περιοχή της όασης Τζάγκμπουμπ, στην ανατολική Λιβύη.
Η εγκατάσταση βρίσκεται περίπου 23 χιλιόμετρα από τα αιγυπτιακά σύνορα και διαθέτει διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης μήκους 3.600 μέτρων. Δορυφορικές εικόνες της 24ης Οκτωβρίου καταγράφουν τουλάχιστον τρεις ολοκληρωμένους χώρους στάθμευσης αεροσκαφών, ενώ ένας τέταρτος βρίσκεται υπό κατασκευή.
Οι εργασίες ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2025 και φέρεται να έχουν επιταχυνθεί σημαντικά. Το μήκος του διαδρόμου επιτρέπει, υπό την προϋπόθεση κατάλληλων υποδομών, τη χρήση του από βαρέα στρατιωτικά μεταγωγικά αεροσκάφη, μαχητικά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η συγκεκριμένη πρόκειται για βάση των δυνάμεων του Χαφτάρ, στην κατασκευή της οποίας συμμετέχουν τουρκικές εταιρείες. Δεν έχει αποδειχθεί ότι θα λειτουργήσει ως τουρκική στρατιωτική βάση. Ωστόσο, η εμπλοκή τουρκικών επιχειρήσεων στην ανάπτυξη στρατιωτικών υποδομών στην ανατολική Λιβύη, όπου μέχρι πρότινος η Άγκυρα υποστήριζε την αντίπαλη πλευρά, αποτελεί σημαντική μεταβολή των ισορροπιών και δεν αποκλείεται να χρησιμοποιηθεί από τουρκικα μέσα.
Στη Σομαλία, η Τουρκία εξετάζει επίσης την ενίσχυση της ναυτικής παρουσίας της, με αναφορές σε σχεδιασμό νέας εγκατάστασης στη βορειοανατολική περιοχή της χώρας. Η ακριβής τοποθεσία και η οριστικοποίηση του σχεδίου δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Η προοπτική αυτή συνδέεται με τη σημασία του Κόλπου του Άντεν και της θαλάσσιας περιοχής κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου.
Στο ίδιο γεωγραφικό περιβάλλον βρίσκεται και το σχέδιο ανάπτυξης διαστημικού κέντρου στη Γουαρσέιχ της Σομαλίας. Πρόκειται για ξεχωριστή εγκατάσταση, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με ναυτική ή συμβατική στρατιωτική βάση.
Η Άγκυρα δεν έχει ακόμη κατονομάσει όλες τις χώρες στις οποίες εξετάζει νέες εγκαταστάσεις στην Αφρική και την Ασία.

Οι υφιστάμενες τουρκικές στρατιωτικές βάσεις
Η νέα επέκταση έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών εγκαταστάσεων και αποστολών, στις εξής περιοχές:
Κατάρ: Η τουρκική βάση στη Ντόχα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας της Άγκυρας εκτός συνόρων. Η εγκατάσταση λειτουργεί από το 2015 και απέκτησε ιδιαίτερη σημασία κατά την κρίση του Κατάρ το 2017, όταν η Τουρκία ενίσχυσε τη στρατιωτική συνεργασία με το εμιράτο. Η βάση χρησιμοποιείται για εκπαίδευση, ασκήσεις και στρατιωτική συνεργασία.
Σομαλία: Η βάση TURKSOM στο Μογκαντίσου, η οποία εγκαινιάστηκε το 2017, αποτελεί τη μεγαλύτερη τουρκική στρατιωτική εκπαιδευτική εγκατάσταση στο εξωτερικό. Από εκεί εκπαιδεύονται μονάδες του σομαλικού στρατού, συμπεριλαμβανομένων ειδικών δυνάμεων. Η παρουσία της Τουρκίας έχει επεκταθεί στη ναυτική ασφάλεια, στην αμυντική συνεργασία και στην υποστήριξη των σομαλικών κρατικών δομών.
Λιβύη: Η Τουρκία διατηρεί στρατιωτική παρουσία στη δυτική Λιβύη, κυρίως στην περιοχή της Τρίπολης και στη Μισράτα, στο πλαίσιο της συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας με την κυβέρνηση της χώρας. Η παρουσία περιλαμβάνει εκπαιδευτές, συμβούλους, στρατιωτικό προσωπικό και υποστήριξη σε οπλικά συστήματα.
Συρία: Η Άγκυρα διατηρεί δίκτυο στρατιωτικών θέσεων και εγκαταστάσεων στις περιοχές της βόρειας Συρίας όπου έχει πραγματοποιήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι εγκαταστάσεις εξυπηρετούν την επιτήρηση, τον έλεγχο των περιοχών και την υποστήριξη των δυνάμεων που συνεργάζονται με την Τουρκία.
Ιράκ: Η τουρκική στρατιωτική παρουσία στο βόρειο Ιράκ περιλαμβάνει φυλάκια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις που συνδέονται με τις επιχειρήσεις εναντίον του PKK. Η Άγκυρα έχει αναπτύξει ένα δίκτυο θέσεων στην περιοχή, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία μεταβίβασης της εγκατάστασης Μπασίκα στις ιρακινές αρχές.
Κατεχόμενα Κύπρος: Η Τουρκία διατηρεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη, με χερσαίες, αεροπορικές και ναυτικές δυνατότητες. Η διοίκηση των δυνάμεων αυτών εντάσσεται πλέον και στη νέα διεθνή στρατιωτική δομή της UMSK.
Κόσοβο: Η τουρκική παρουσία εντάσσεται στην πολυεθνική δύναμη KFOR του ΝΑΤΟ και δεν αποτελεί ανεξάρτητη τουρκική βάση. Πρόκειται για συμμετοχή σε διεθνή στρατιωτική αποστολή, με συγκεκριμένη εντολή και επιχειρησιακό πλαίσιο.
Η στρατιωτική παρουσία συνδέεται με τη διεκδίκηση ελέγχου στην Ανατολική Μεσόγειο
Η στρατιωτική επέκταση της Τουρκίας συνδέεται άμεσα με τη διεκδίκηση ευρύτερου γεωπολιτικού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο. Κεντρικό εργαλείο αυτής της πολιτικής αποτελεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο του Νοεμβρίου 2019, το οποίο υπέγραψε η κυβέρνηση της Τρίπολης με την Άγκυρα και αφορά την οριοθέτηση θαλάσσιων περιοχών μεταξύ των δύο χωρών.
Το μνημόνιο αποτελεί βασικό πυλώνα της τουρκικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο για τη δημιουργία θαλάσσιου διαδρόμου που συνδέει τις τουρκικές ακτές με τη Λιβύη, αγνοώντας την επήρεια ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη, η Κάρπαθος και η Ρόδος, σύμφωνα με τις ελληνικές θέσεις.
Η συμφωνία προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Κύπρου, ενώ αμφισβητείται ως προς τη συμβατότητά της με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η εξέλιξη που προσέδωσε νέα διάσταση στο ζήτημα σημειώθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2026, όταν το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης, το οποίο συνδέεται πολιτικά με τον Χαλίφα Χαφτάρ, ενέκρινε το μνημόνιο του 2019. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ανατολική πλευρά της Λιβύης διατηρούσε επί χρόνια αντίθετη στάση απέναντι στην Τουρκία.
Η Άγκυρα αποκτά πλέον ένα πρόσθετο πολιτικό έρεισμα για την προώθηση των θέσεών της στη Λιβύη, ενώ παράλληλα αναπτύσσει σχέσεις με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Χαφτάρ.
Η αντίδραση της Αθήνας ήταν άμεση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στις 29 Οκτωβρίου, χαρακτήρισε τη συμφωνία «κατάφωρα παράνομη, άκυρη και ανυπόστατη», υποστηρίζοντας ότι παραβλέπει τη γεωγραφική πραγματικότητα και τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Αντίστοιχα, η Αίγυπτος, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συντάχθηκαν με την ελληνική θέση, εκφράζοντας ανησυχίες για τις επιπτώσεις της συμφωνίας στην περιφερειακή ασφάλεια και τη διεθνή έννομη τάξη.
Η χρονική σύμπτωση της έγκρισης του μνημονίου με την ενίσχυση της τουρκικής κατασκευαστικής και στρατιωτικής παρουσίας στην ανατολική Λιβύη είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η Τουρκία επιχειρεί να συνδυάσει τη διπλωματική επιρροή, την οικονομική διείσδυση και τη στρατιωτική συνεργασία, δημιουργώντας ένα ευρύτερο πλαίσιο παρουσίας στη χώρα.
Η συμφωνία της Μέκκας
Παράλληλα με την επέκταση στη Μεσόγειο και την Αφρική, η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στον Περσικό Κόλπο και στη Νότια Ασία, μέσω της αμυντικής συμφωνίας που υπέγραψε με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν στις 7 Αυγούστου 2026.
Η συμφωνία της Μέκκας προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον και των άλλων δύο, παραπέμποντας στη λογική του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ.
Το κείμενο περιλαμβάνει 16 άρθρα και προβλέπει: αμοιβαία αμυντική συνδρομή, κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και προγράμματα εκπαίδευσης, ανταλλαγή στρατιωτικών πληροφοριών, κοινή παραγωγή οπλικών συστημάτων, μεταφορά αμυντικής τεχνολογίας και συνεργασία στη στρατιωτική βιομηχανία.
Η διάρκεια της συμφωνίας είναι δέκα χρόνια, ενώ η αποχώρηση από αυτήν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά την πρώτη δεκαετία.
Στις 27 Οκτωβρίου, η αρμόδια επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης ενέκρινε τη συμφωνία, ανοίγοντας τον δρόμο για την εξέτασή της από την ολομέλεια. Η κοινοβουλευτική διαδικασία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η συμφωνία δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική συνεργασία. Η Τουρκία επιδιώκει να αποκτήσει ισχυρότερο ρόλο στην ασφάλεια του Περσικού Κόλπου, ενώ το Πακιστάν προσφέρει σημαντική στρατιωτική τεχνογνωσία και η Σαουδική Αραβία οικονομικούς πόρους και στρατηγικό βάθος.
Η πιθανή δημιουργία τουρκικής βάσης στη Σαουδική Αραβία θα αποτελούσε το πρακτικότερο αποτύπωμα αυτής της συνεργασίας. Θα επέτρεπε στην Άγκυρα να αποκτήσει σταθερό στρατιωτικό σημείο παρουσίας στην Αραβική Χερσόνησο, πέρα από την ήδη υφιστάμενη βάση της στο Κατάρ.
Ένα από τα σημαντικότερα πεδία όπου η τουρκική στρατιωτική επέκταση συναντά πλέον ανταγωνιστικές περιφερειακές επιδιώξεις είναι το Κέρας της Αφρικής.
Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά στη Σομαλία, αναπτύσσοντας στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική παρουσία. Η βάση TURKSOM, η εκπαίδευση των σομαλικών ενόπλων δυνάμεων, η συνεργασία στη ναυτική ασφάλεια και η εμπλοκή της Άγκυρας στον ενεργειακό τομέα δημιουργούν ένα πλέγμα επιρροής που ξεπερνά κατά πολύ τη συμβατική στρατιωτική συνεργασία.
Απέναντι σε αυτήν την παρουσία, το Ισραήλ έχει αναπτύξει σχέσεις με τη Σομαλιλάνδη, την αυτοανακηρυχθείσα ανεξάρτητη περιοχή της βόρειας Σομαλίας, την οποία αναγνώρισε στις 26 Δεκεμβρίου 2025.
Η αναγνώριση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από τη Σομαλία και άλλες χώρες, ενώ δημιούργησε νέα δεδομένα στον ανταγωνισμό για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής.
Η Σομαλιλάνδη ενδιαφέρει στρατηγικά λόγω της θέσης της απέναντι από την Υεμένη, της πρόσβασης στον Κόλπο του Άντεν και της εγγύτητάς της στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, από όπου διέρχονται κρίσιμες θαλάσσιες εμπορικές και ενεργειακές μεταφορές.
Στις 6 Οκτωβρίου, δημοσιεύματα της Jerusalem Post και άλλων μέσων μετέφεραν δηλώσεις του συμβούλου εξωτερικών υποθέσεων του προέδρου της Σομαλιλάνδης, Μοχάμεντ Οσμάν Φαντάλ, σύμφωνα με τις οποίες η περιοχή επιδιώκει ισχυρότερη αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης συστημάτων αεράμυνας.
Ο ίδιος παρουσίασε την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία ως απειλή για τη Σομαλιλάνδη και ζήτησε ισραηλινή υποστήριξη απέναντι στην ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Μογκαντίσου.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, έχει αναπτύξει σχέσεις ασφαλείας και εκπαίδευσης με τη Σομαλιλάνδη, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί η δημιουργία ισραηλινής στρατιωτικής βάσης στην περιοχή.
Η αντιπαράθεση αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή συνδέεται με δύο διαφορετικές στρατηγικές: την τουρκική υποστήριξη προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας και την ισραηλινή προσέγγιση προς τη Σομαλιλάνδη.
Δεν πρόκειται ακόμη για δύο συγκροτημένα στρατιωτικά μπλοκ, αλλά για έναν ανταγωνισμό που περιλαμβάνει στρατιωτικές υποδομές, αναγνώριση κρατικής υπόστασης, λιμάνια, αεροπορικές δυνατότητες και πρόσβαση σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.
The New Arab+2
Ινδία, Αίγυπτος και Ουγκάντα: Οι αντιδράσεις απέναντι στην τουρκική επέκταση
Η ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας δεν περνά απαρατήρητη από άλλες περιφερειακές δυνάμεις. Οι αντιδράσεις προέρχονται τόσο από χώρες που θεωρούν ότι απειλούνται άμεσα τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα όσο και από κράτη που βλέπουν την Άγκυρα να αποκτά μεγαλύτερη επιρροή σε περιοχές όπου διατηρούσαν παραδοσιακά ισχυρή παρουσία.
Ινδία: Ανησυχία για τη στρατιωτική σύμπραξη Τουρκίας – Πακιστάν – Σαουδικής Αραβίας
Το Νέο Δελχί παρακολουθεί στενά τη συμφωνία της Μέκκας, καθώς η στρατιωτική συνεργασία Τουρκίας και Πακιστάν έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στην ινδική πλευρά.
Η Ινδία έχει εκφράσει τη δυσαρέσκειά της για τη στρατιωτική και αμυντική συνεργασία Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ, ιδιαίτερα λόγω της υποστήριξης που παρέχει η Τουρκία στις πακιστανικές θέσεις για το Κασμίρ.
Μετά την υπογραφή της τριμερούς αμυντικής συμφωνίας στις 7 Αυγούστου, το ινδικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Η ανησυχία αφορά κυρίως το ενδεχόμενο ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Πακιστάν μέσω τουρκικής τεχνολογίας, εξοπλισμών και ανταλλαγής πληροφοριών, αλλά και τη δημιουργία ενός ευρύτερου πλαισίου αμυντικής συνεργασίας που θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες στη Νότια Ασία.
Η Ινδία, πάντως, δεν έχει ανακοινώσει ότι αντιτίθεται επισήμως στη συμφωνία ως στρατιωτικός συνασπισμός ούτε έχει προχωρήσει σε συγκεκριμένα αντίμετρα.
Αίγυπτος: Ανησυχία για τη νέα στρατιωτική υποδομή στην ανατολική Λιβύη
Η Αίγυπτος έχει έναν από τους πιο άμεσους λόγους να παρακολουθεί τις τουρκικές κινήσεις στη Λιβύη.
Το δημοσίευμα του Agenzia Nova στις 28 Οκτωβρίου αναφέρει ότι η κατασκευή της αεροπορικής εγκατάστασης στην Τζάγκμπουμπ έχει προκαλέσει ανησυχία στο Κάιρο, καθώς βρίσκεται μόλις 23 χιλιόμετρα από τα αιγυπτιακά σύνορα.
Η αιγυπτιακή ανησυχία αφορά κυρίως τη δυνατότητα χρήσης των υποδομών από εξωτερικές δυνάμεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις και μεταφορές οπλισμού.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, καθώς η Αίγυπτος έχει υποστηρίξει επί χρόνια τις δυνάμεις του Χαφτάρ, ενώ η Τουρκία είχε παρέμβει στρατιωτικά υπέρ της κυβέρνησης της Τρίπολης κατά την επίθεση του 2019-2020.
Η σημερινή προσέγγιση της Άγκυρας με την ανατολική Λιβύη δημιουργεί διαφορετικές ισορροπίες και αυξάνει τη σημασία των στρατιωτικών υποδομών στην περιοχή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση της Ουγκάντας, η οποία έχει αναπτύξει επί χρόνια σημαντική στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία, συμμετέχοντας στις διεθνείς επιχειρήσεις κατά της ισλαμιστικής οργάνωσης αλ Σαμπάμπ.
Η Καμπάλα διατηρεί περίπου 6.000 στρατιώτες στη Σομαλία, ενώ η τουρκική παρουσία στο Μογκαντίσου έχει ενισχυθεί σημαντικά μέσω της εκπαίδευσης και του εξοπλισμού των σομαλικών ενόπλων δυνάμεων.
Η εξέλιξη αυτή έχει δημιουργήσει ανταγωνισμό για την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική επιρροή στη χώρα. Δημοσίευμα της ουγκαντέζικης εφημερίδας Daily Monitor στις 22 Οκτωβρίου επισημαίνει ότι η τουρκική παρουσία στην οικονομία, στις υποδομές, στα λιμάνια και στην αμυντική βιομηχανία της Σομαλίας περιορίζει τον χώρο δράσης άλλων περιφερειακών παικτών, μεταξύ των οποίων και η Ουγκάντα.
Στις 19 Σεπτεμβρίου, οι ένοπλες δυνάμεις της Ουγκάντας ανακοίνωσαν την αναστολή της στρατιωτικής και αμυντικής συνεργασίας με την Τουρκία, μέχρι να επιλυθούν εκκρεμή ζητήματα μεταξύ των δύο πλευρών.
Η απόφαση συνδέθηκε με ευρύτερη διπλωματική κρίση, στην οποία περιλαμβάνονται διαφωνίες για την έκδοση Ουγκαντέζου ακτιβιστή από την Τουρκία, αλλά και αντιπαραθέσεις για οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στη Σομαλία.
Το μεγάλο γεωπολιτικό στοίχημα της Άγκυρας
Η τουρκική στρατηγική εξελίσσεται σε πολλά παράλληλα μέτωπα. Από τη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία, τη Σομαλία και την Κεντρική Ασία, η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει ένα δίκτυο στρατιωτικής παρουσίας που θα της επιτρέπει να παρεμβαίνει στις περιφερειακές ισορροπίες και να προστατεύει τα συμφέροντά της σε μεγάλη γεωγραφική ακτίνα.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί τη θαλάσσια διάσταση αυτής της στρατηγικής, η συμφωνία της Μέκκας δημιουργεί ένα νέο αμυντικό πλαίσιο με δύο σημαντικές δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου, ενώ η στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία προσφέρει πρόσβαση σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.
Η νέα διεθνής στρατιωτική διοίκηση UMSK επιχειρεί να δώσει ενιαία επιχειρησιακή δομή σε αυτή την εξωστρέφεια, ενώ τα σχέδια για νέες εγκαταστάσεις στην Αφρική και την Ασία δείχνουν ότι η Άγκυρα δεν θεωρεί επαρκές το υφιστάμενο δίκτυο.
Ωστόσο, η επέκταση αυτή συνοδεύεται από αυξανόμενες αντιδράσεις. Το Ισραήλ και η Σομαλιλάνδη αναπτύσσουν σχέσεις ασφαλείας με φόντο την τουρκική παρουσία στη Σομαλία, η Ινδία παρακολουθεί με ανησυχία τη στρατιωτική σύμπραξη με το Πακιστάν, η Αίγυπτος ανησυχεί για τις νέες στρατιωτικές υποδομές στην ανατολική Λιβύη, ενώ η Ουγκάντα έχει αναστείλει τη στρατιωτική συνεργασία με την Άγκυρα μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού στη Σομαλία.
Εκτόξευση των αμυντικών δαπανών με αιχμή το Ναυτικό
Σε σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών προχωρά η Τουρκία, ενισχύοντας τη χρηματοδότηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων και επιταχύνοντας την προσπάθεια αναβάθμισης των στρατιωτικών της δυνατοτήτων. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η ναυτική ισχύς, καθώς η Άγκυρα προωθεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ναυπήγησης αεροπλανοφόρου, αντιτορπιλικών, φρεγατών και υποβρυχίων, με στόχο να διευρύνει την επιχειρησιακή της παρουσία σε περισσότερες θαλάσσιες περιοχές.
Τα μεγέθη του σχεδίου προϋπολογισμού για το 2027 αποτυπώνουν την έκταση της δημοσιονομικής ενίσχυσης. Οι πιστώσεις του τουρκικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας προτείνονται στα 1,533 τρισ. τουρκικές λίρες, έναντι 822,93 δισ. λιρών το 2026, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση 86,2%, ή περίπου 709,7 δισ. λίρες. Πρόκειται για ιδιαίτερα μεγάλη μεταβολή, η οποία, ωστόσο, πρέπει να αξιολογηθεί λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθωρισμό, καθώς η σύγκριση αφορά ονομαστικά ποσά και όχι την πραγματική αγοραστική δύναμη των κονδυλίων.
Στο επίκεντρο η ναυτική ισχύς
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατεύθυνση των νέων εξοπλιστικών δαπανών προς τη ναυπήγηση πολεμικών πλοίων και την ανάπτυξη εγχώριων ναυτικών συστημάτων. Η τουρκική κυβέρνηση έχει εντάξει τη ναυπηγική δραστηριότητα στις βασικές προτεραιότητες του υπουργείου Άμυνας για το 2027, μαζί με την αεράμυνα, το μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Σε περίπου 1,4 τρισ. τουρκικές λίρες (25 δισ. ευρώ) αποτιμάται το συνολικό χαρτοφυλάκιο των ναυτικών εξοπλιστικών προγραμμάτων της Τουρκίας, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 91% του προτεινόμενου προϋπολογισμού του τουρκικού υπουργείου Άμυνας για το 2027, ύψους 1,533 τρισ. λιρών, σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών εξειδικευμένων αμυντικών ιστοτόπων.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει την κατασκευή του αεροπλανοφόρου MUGEM, των αντιτορπιλικών αεράμυνας TF-2000 (κλάση Tepe), επτά φρεγατών İstif, έξι υποβρυχίων Reis (Type 214TN) και του νέου εγχώριου υποβρυχίου MİLDEN, καθώς και έξι περιπολικών ανοικτής θαλάσσης Hisar, νέων ταχέων σκαφών κρούσης, αποβατικών πλοίων αρμάτων, ναρκοθηρευτικών, εκπαιδευτικού πλοίου και παράκτιων ρυμουλκών. Στο ευρύτερο ναυπηγικό χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται επίσης πλοία που κατασκευάζονται για ξένα ναυτικά τα οποία θα συνεισφέρουν σημαντικά στην τουρκική οικονομία.