Διεθνή

Το σκάνδαλο της eBay επιστρέφει στο προσκήνιο μέσα από το "Whatever It Takes"


Επτά χρόνια μετά το σκάνδαλο που συγκλόνισε τη Silicon Valley, η υπόθεση της οργανωμένης παρενόχλησης δύο δημοσιογράφων από στελέχη της eBay επιστρέφει στο προσκήνιο μέσα από το ντοκιμαντέρ "Whatever It Takes". Η ταινία εξετάζει πώς μια εταιρεία που διακήρυττε ότι «οι άνθρωποι είναι βασικά καλοί» κατηγορήθηκε ότι εξαπέλυσε μια εκστρατεία εκφοβισμού εναντίον ενός ζευγαριού εκδοτών, ενώ η δικαστική διαμάχη για τις ευθύνες της ανώτατης διοίκησης εξακολουθεί να εκκρεμεί.

Η Ίνα και ο Ντέιβιντ Στάινερ διαχειρίζονταν το EcommerceBytes, έναν εξειδικευμένο ιστότοπο που κάλυπτε τις δραστηριότητες της eBay και άλλων μεγάλων πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου. Σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν το 2020 από τις ομοσπονδιακές αρχές των ΗΠΑ, στελέχη της ομάδας ασφαλείας της eBay οργάνωσαν μια πολύμηνη εκστρατεία κυβερνοπαρενόχλησης και εκφοβισμού με στόχο να τους φιμώσουν λόγω της επικριτικής δημοσιογραφικής κάλυψης.

Η επιχείρηση περιλάμβανε προσβλητικά και απειλητικά δέματα, επιθετικές καμπάνιες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φυσική παρακολούθηση έξω από το σπίτι του ζευγαριού στη Μασαχουσέτη.

Ανάμεσα στα αντικείμενα που έλαβαν ήταν στεφάνι κηδείας, βιβλίο για την απώλεια συζύγου και μάσκα από τη σειρά ταινιών τρόμου Saw, με τους ίδιους να δηλώνουν ότι κοιμούνταν σε ξεχωριστά δωμάτια από φόβο για τη ζωή τους.

Από το ποινικό σκέλος στις ευθύνες της διοίκησης

Η υπόθεση αποκαλύφθηκε όταν οι Στάινερ κατέγραψαν την πινακίδα αυτοκινήτου που τους παρακολουθούσε και διαπίστωσαν ότι πίσω από την επιχείρηση βρισκόταν η ίδια η εταιρεία για την οποία έγραφαν επί δύο δεκαετίες. Το 2020 απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε επτά πρώην εργαζομένους της eBay για κυβερνοπαρενόχληση, μεταξύ των οποίων και ο τότε επικεφαλής ασφαλείας Τζέιμς Μπο, ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 57 μηνών.

Ωστόσο, οι ανώτατοι διοικητικοί παράγοντες της εταιρείας δεν βρέθηκαν ποτέ αντιμέτωποι με ποινικές διώξεις. Η eBay υποστήριξε ότι η ομάδα ασφαλείας ενήργησε αυτόνομα, χωρίς γνώση της διοίκησης, ενώ η εταιρεία κατέβαλε πρόστιμο 3 εκατ. δολαρίων στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης, ποσό που χαρακτηρίστηκε περιορισμένο σε σχέση με το μέγεθός της.

Η αστική αγωγή που έχουν καταθέσει οι Στάινερ υποστηρίζει, αντίθετα, ότι κορυφαία στελέχη, μεταξύ των οποίων ο τότε διευθύνων σύμβουλος Ντέβιν Γουένιγκ και η αντιπρόεδρος Γουέντι Τζόουνς, είτε γνώριζαν, είτε επέλεξαν να αγνοήσουν την επιχείρηση εκφοβισμού.

Στα δικαστικά έγγραφα περιλαμβάνονται ηλεκτρονικά μηνύματα όπου γίνεται λόγος για την ανάγκη να «τελειώνουν» με τους δημοσιογράφους ή να αντιμετωπιστούν «εκτός ραντάρ», χωρίς όμως οι εισαγγελικές αρχές να θεωρήσουν ότι αυτά αρκούσαν για να στοιχειοθετήσουν ποινικές ευθύνες.

Ένα ντοκιμαντέρ για την εξουσία των Big Tech

Το ντοκιμαντέρ της Τζένι Κάρτσμαν, που έγινε ευρύτερα διαθέσιμο τον Ιούνιο μετά την πρώτη προβολή του σε φεστιβάλ το 2024, δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση των γεγονότων. Αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών με τα μέσα ενημέρωσης, την εταιρική κουλτούρα, αλλά και τις δυσκολίες απόδοσης ευθυνών όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας.

Παράλληλα, παρουσιάζονται μαρτυρίες πρώην εργαζομένων της ομάδας ασφαλείας, οι οποίοι περιγράφουν ένα περιβάλλον έντονης ψυχολογικής πίεσης και απόλυτου ελέγχου, με διαρκή επιτήρηση και απομόνωση από την υπόλοιπη εταιρεία. Σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, η ομάδα λειτουργούσε σχεδόν ως κλειστός μηχανισμός, στον οποίο οι εργαζόμενοι βρίσκονταν συνεχώς σε επιφυλακή.

Η δικαστική συνέχεια

Η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη σημασία και για την ελευθερία του Τύπου. Κατά την επιβολή ποινής σε μέλος της ομάδας ασφαλείας το 2022, ο ομοσπονδιακός δικαστής Γουίλιαμ Γιανγκ είχε επισημάνει ότι δεν επρόκειτο απλώς για κυβερνοπαρενόχληση, αλλά για προσπάθεια εταιρικών παραγόντων να καταστείλουν, μέσω φόβου και εκφοβισμού, τη δημόσια έκφραση απόψεων για ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος.

Οι Στάινερ υποστηρίζουν ότι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές ψυχολογικές συνέπειες, όπως κρίσεις πανικού, αϋπνία και μετατραυματικό στρες, ενώ το EcommerceBytes έχασε σημαντικό μέρος του αναγνωστικού και διαφημιστικού του κοινού μετά τα γεγονότα. Η αγωγή τους ζητεί αποζημιώσεις που προσεγγίζουν τα 500 εκατ. δολάρια για δυσφήμιση, παρακολούθηση, ψυχική οδύνη και πλημμελή εποπτεία προσωπικού.

Παρότι οι δύο πλευρές είχαν ανακοινώσει τον Μάρτιο ότι βρίσκονταν κοντά σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε και η υπόθεση επέστρεψε στο δικαστήριο. Εφόσον δεν υπάρξει νέα διευθέτηση, η δίκη έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει στις 4 Ιανουαρίου 2027, σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τα όρια της εταιρικής εξουσίας, την προστασία της δημοσιογραφίας και τη λογοδοσία των κολοσσών.

Διαβαστε επισης