Διεθνή

«Συμφωνία για τη Γάζα»: Σχέδιο αφοπλισμού της Χαμάς και αποχώρησης του Ισραήλ


Η δέσμευση της Χαμάς να προχωρήσει σε σχέδιο αφοπλισμού, το οποίο θα συνδεθεί σταδιακά με την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τη Γάζα, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια ευρύτερη συμφωνία ειρήνης, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο και το «Συμβούλιο Ειρήνης» που δημιούργησε ο Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της συμφωνίας δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και η εφαρμογή της αναμένεται να αποτελέσει μια μακρά και εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι το Συμβούλιο Ειρήνης κατέληξε σε συμφωνία με τη Χαμάς για την έναρξη του αφοπλισμού της στη Λωρίδα της Γάζας. Σύμφωνα με ανακοίνωση του οργανισμού, η παλαιστινιακή οργάνωση αποδέχθηκε έναν «λεπτομερή οδικό χάρτη» που προβλέπει την παράδοση του συνόλου των όπλων της και, στη συνέχεια, την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων.

Το Συμβούλιο Ειρήνης ανέφερε:

Για πρώτη φορά, η Χαμάς δεσμεύθηκε επισήμως σε ένα εφαρμόσιμο σχέδιο για την εγκατάλειψη όλων των όπλων της, το οποίο θα ακολουθηθεί από την αποχώρηση του Ισραήλ.

Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν υπήρξε δημόσια επιβεβαίωση ή σχόλιο από τη Χαμάς ή την ισραηλινή κυβέρνηση.

Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τη συμφωνία «κρίσιμο βήμα» προς μια νέα πολιτική πραγματικότητα στη Γάζα, η οποία, όπως ανέφερε, θα διοικείται από μια νέα παλαιστινιακή κυβέρνηση σε στενή συνεργασία με το Συμβούλιο Ειρήνης. Στόχος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η βελτίωση της ζωής των Παλαιστινίων και η παροχή εγγυήσεων ασφαλείας στο Ισραήλ, ώστε η Γάζα να μην χρησιμοποιείται πλέον ως βάση για επιθέσεις.

Αφοπλισμός σε φάσεις και αποχώρηση «βήμα προς βήμα»

Ανώτερος σύμβουλος του Λευκού Οίκου, που συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, δήλωσε ότι η διαδικασία αφοπλισμού θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε διάστημα εβδομάδων. Αξιωματούχοι του Συμβουλίου Ειρήνης επισήμαναν, ωστόσο, ότι η υλοποίηση θα απαιτήσει χρόνο και ότι η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από τη δημιουργία αξιόπιστου μηχανισμού ελέγχου και επαλήθευσης.

Ο Νικολάι Μλάντενοφ, ανώτερος αξιωματούχος που συμμετείχε στις συνομιλίες, ανέφερε ότι η συμφωνία προέκυψε έπειτα από μήνες ιδιαίτερα δύσκολων διαπραγματεύσεων. Υπογράμμισε ότι η πραγματική δοκιμασία θα είναι η εφαρμογή της και ότι η αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων θα πρέπει να προχωρά παράλληλα με την απόσυρση και καταστροφή του οπλισμού της Χαμάς.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει με επιφυλάξεις το ενδεχόμενο πλήρους παράδοσης των όπλων από τη Χαμάς. Η πλήρης αποστρατιωτικοποίηση της Γάζας αποτελεί βασικό και, σύμφωνα με ισραηλινές θέσεις, αδιαπραγμάτευτο όρο για την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων. Ο Τραμπ ανέφερε ότι η συμφωνία θα υλοποιηθεί σε «δομημένες φάσεις», με την ισραηλινή αποχώρηση να ακολουθεί την πρόοδο του αφοπλισμού.

Η έκταση του οπλισμού καθιστά το εγχείρημα ιδιαίτερα σύνθετο. Η Χαμάς διαθέτει, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, δεκάδες χιλιάδες αυτόματα όπλα, καθώς και βαρύτερο εξοπλισμό, όπως αντιαρματικούς πυραύλους. Στο παρελθόν, στελέχη της οργάνωσης είχαν δηλώσει ότι θα μπορούσαν να παραδώσουν μέρος του οπλισμού της αστυνομίας και των υπηρεσιών ασφαλείας της Γάζας, χωρίς όμως να αποδεχθούν τον πλήρη αφοπλισμό που ζητούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Δυσπιστία του Ισραήλ και πίεση προς τον Νετανιάχου

Η πλήρης παράδοση των όπλων θεωρείται από πολλούς στη Χαμάς ισοδύναμη με παράδοση και εγκατάλειψη της πολιτικής και στρατιωτικής της ισχύος. Το ζήτημα είχε αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στις προσπάθειες ανοικοδόμησης της Γάζας, ενώ Ισραηλινοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η οργάνωση έχει παραβιάσει δεσμεύσεις στο παρελθόν.

Οι συνομιλίες μεταξύ της Χαμάς, του Συμβουλίου Ειρήνης και του Ισραήλ είχαν περιέλθει σε αδιέξοδο σχετικά με τα επόμενα βήματα της εκεχειρίας που συμφωνήθηκε τον Οκτώβριο. Ο πόλεμος ξεκίνησε μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 1.200 άνθρωποι και περίπου 250 απήχθησαν, σύμφωνα με τις ισραηλινές αρχές. Η ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία που ακολούθησε, προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στη Γάζα και περισσότερους από 70.000 νεκρούς, σύμφωνα με τις υγειονομικές αρχές του παλαιστινιακού θύλακα.

Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίστηκαν αποφασισμένοι να πιέσουν και την ισραηλινή πλευρά να τηρήσει το σχέδιο. Σύμβουλος του Τραμπ δήλωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα ήταν «πολύ απογοητευμένος» εάν το Ισραήλ υπαναχωρούσε από τη συμφωνία. Η συνεχιζόμενη σύγκρουση με το Ιράν αναμένεται να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης προς τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενώ η απουσία αυστηρού χρονοδιαγράμματος μπορεί να επιτρέψει και στις δύο πλευρές να παρατείνουν τη διαδικασία.

Ο διευρυμένος ρόλος του Συμβουλίου Ειρήνης

Το Συμβούλιο Ειρήνης δημιουργήθηκε νωρίτερα φέτος ως διεθνής οργανισμός με αρχικό στόχο τη διαχείριση της ειρηνευτικής διαδικασίας και της ανοικοδόμησης της Γάζας. Μετά τη διαμεσολάβηση για την επίτευξη εκεχειρίας, ο οργανισμός απέκτησε εντολή με τη στήριξη του ΟΗΕ να επιβλέπει την ανασυγκρότηση του παλαιστινιακού θύλακα, η οποία συνδέθηκε άμεσα με τον αφοπλισμό της Χαμάς.

Στο πλαίσιο προηγούμενων σχεδίων, η Χαμάς θα καλούνταν να παραδώσει όπλα ικανά να πλήξουν το Ισραήλ, ενώ θα μπορούσε αρχικά να διατηρήσει μέρος του ελαφρού οπλισμού της. Οι λεπτομέρειες, όμως, παρέμεναν υπό διαπραγμάτευση. Ο Τραμπ είχε επίσης επιλέξει Αμερικανό στρατηγό για να ηγηθεί στρατιωτικής δύναμης που θα αναπτυσσόταν στη Γάζα, με αποστολή τον αφοπλισμό της Χαμάς και την ασφάλεια της περιοχής κατά τη διάρκεια της πολυετούς ανοικοδόμησης.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει πλέον διευρύνει σημαντικά το πεδίο δράσης του οργανισμού, εντάσσοντας και άλλες διπλωματικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησής του, σε μια κίνηση που εκλαμβάνεται ως προσπάθεια δημιουργίας εναλλακτικού μηχανισμού απέναντι στον ΟΗΕ. Βάσει του καταστατικού του, ο Τραμπ είναι πρόεδρος του Συμβουλίου Ειρήνης και μπορεί να διατηρήσει τη θέση ακόμη και μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας, έως ότου αποφασίσει ο ίδιος να παραιτηθεί.

Στα ιδρυτικά μέλη του οργανισμού περιλαμβάνονται, εκτός από τις ΗΠΑ, περισσότερες από 20 χώρες, μεταξύ των οποίων η Αργεντινή, η Ουγγαρία, η Ινδονησία, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Η μόνιμη συμμετοχή προβλέπει οικονομική συνεισφορά άνω του 1 δισ. δολαρίων, ενώ η ένταξη μπορεί να γίνει χωρίς κόστος για τουλάχιστον τα πρώτα τρία χρόνια.

Γαλλία, Ισπανία, όπως και άλλοι παραδοσιακοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, έχουν δηλώσει ότι δεν προτίθενται προς το παρόν να συμμετάσχουν, επικαλούμενες σοβαρά ερωτήματα για το διεθνές δίκαιο και τον ρόλο του ΟΗΕ.

Διαβαστε επισης