Διεθνή

Ρωσία: Η συρρίκνωση της διεθνούς επιρροής και το βαρύ τίμημα του πολέμου


Η σταδιακή απόσυρση της Ρωσίας από τη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση των ερεισμάτων της σε διάφορες περιοχές της υφηλίου, τροφοδοτεί τον προβληματισμό σχετικά με την ικανότητα της Μόσχας να διατηρήσει το διεθνές εκτόπισμα που οικοδόμησε τα τελευταία χρόνια.

Σύμφωνα με ανάλυση της εφημερίδας Times, οι πρόσφατες εβδομάδες επέφεραν διαδοχικά πλήγματα στις φιλοδοξίες του Κρεμλίνου για διατήρηση της παγκόσμιας επιρροής του, την ώρα που η πολεμική αναμέτρηση στην Ουκρανία απορροφά τη μερίδα του λέοντος των στρατιωτικών και πολιτικών πόρων της χώρας.

Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται η Συρία, όπου το νέο πολιτικό σκηνικό μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ ανατρέπει τις ισορροπίες για τη ρωσική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο.

Αλλαγή καθεστώτος στις ρωσικές βάσεις και υποχώρηση στη Συρία

Η νέα συριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η αεροπορική βάση Χμεϊμίμ και η ναυτική εγκατάσταση της Ταρτούς παύουν να τελούν υπό αποκλειστικό ρωσικό έλεγχο, καθώς μετατρέπονται σε χώρους «κοινής εκπαίδευσης». Πρόκειται για υποδομές κομβικής στρατηγικής σημασίας για τη Μόσχα, καθότι αποτελούσαν τις μοναδικές επίσημες ρωσικές στρατιωτικές βάσεις εκτός των ορίων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Η εξέλιξη αυτή ακολούθησε την ανατροπή του Άσαντ το 2024 από τις δυνάμεις των ανταρτών και την ανάληψη της προεδρίας από τον Άχμεντ αλ Σάρα, ηγετική μορφή της ισλαμιστικής εξέγερσης. Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία παρείχε στρατιωτική κάλυψη στο καθεστώς Άσαντ επί εννέα έτη, κατά την προέλαση των ανταρτών προς τη Δαμασκό ο Βλαντίμιρ Πούτιν επέλεξε να μην εμπλέξει τις ρωσικές δυνάμεις για τη διάσωσή του.

Η Δαμασκός παρουσιάζει τη νέα συμφωνία ως «αναδιοργάνωση της ρωσικής παρουσίας» που μπορεί να εγκαινιάσει ένα νέο κεφάλαιο στις διμερείς σχέσεις. Παρότι οι συριακές αρχές υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση συνομολογήθηκε σε συνεννόηση με τη Μόσχα διαφαλίζοντας τα αμοιβαία συμφέροντα, οι μη στρατιωτικές εγκαταστάσεις των δύο βάσεων περιέρχονται στον έλεγχο της Δαμασκού, με το Κρεμλίνο να μην έχει προβεί ακόμη σε επίσημες τοποθετήσεις για τις λεπτομέρειες.

Αναλυτές που επικαλούνται οι Times εκτιμούν ότι η δυνατότητα της Μόσχας να χρησιμοποιεί μελλοντικά τις συγκεκριμένες υποδομές για στρατιωτικές επιχειρήσεις περιορίζεται σημαντικά. Η ειδικός σε θέματα ρωσικής εξωτερικής πολιτικής και Μέσης Ανατολής Hanna Notte επισημαίνει τη συνδρομή έντονου προβληματισμού στη Μόσχα αναφορικά με το κατά πόσο η νέα συριακή ηγεσία θα επιτύχει τη σταθεροποίηση της χώρας και τη μακροπρόθεσμη διατήρησή της στην εξουσία.

Η Ρωσία είχε αξιοποιήσει τις συριακές βάσεις και ως κόμβους για τη μεταφορά εξοπλισμού και μαχητών προς την Αφρική, όπου δραστηριοποιείται το Africa Corps, ο σχηματισμός που διαδέχθηκε τη μισθοφορική Wagner σε χώρες όπως η Λιβύη, το Μάλι και η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Από την πλευρά του, ο αναλυτής Nikita Smagin εκτιμά ότι η νέα συμφωνία ενδέχεται να επιτρέπει τη χρήση του Χμεϊμίμ για ανεφοδιασμό στρατιωτικών αεροσκαφών, θεωρεί ωστόσο σαφή τη γενικότερη τάση σταδιακού περιορισμού της ρωσικής παρουσίας από τη νέα συριακή ηγεσία, χωρίς την πρόκληση απότομης ρήξης εν μέσω πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.

Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε αντιδράσεις και στο εσωτερικό της Ρωσίας, ιδίως από εθνικιστικούς και φιλοπολεμικούς κύκλους, οι οποίοι υπογραμμίζουν το βαρύ οικονομικό και ανθρώπινο τίμημα που καταβλήθηκε για την απόκτηση στρατηγικού ερείσματος στη Συρία.

Το ντόμινο απώλειας συμμάχων και η εξάρτηση από τη Βόρεια Κορέα

Οι Times διασυνδέουν την υποχώρηση στη Συρία με μια ευρύτερη συρρίκνωση της ρωσικής επιρροής. Παρότι το καθεστώς του Ιράν —που παρέχει στρατιωτική συνδρομή στη Μόσχα για το μέτωπο της Ουκρανίας— παραμένει στην εξουσία, το Κρεμλίνο απέτυχε να αποτρέψει την απώλεια άλλων κρίσιμων συμμάχων.

Πέραν της πτώσης του Άσαντ, η Μόσχα είδε να κάμπτεται η επιρροή της στη Βενεζουέλα, ενώ στην Ευρώπη δέχθηκε πλήγμα με την εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία. Παράλληλα, η Ρωσία χάνει έδαφος στον Νότιο Καύκασο, καθώς η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν απομακρύνονται από τη σφαίρα επηρεασμού της.

Ακόμη και παραδοσιακοί εταίροι επιδεικνύουν νέα αντανακλαστικά. Η Σερβία, εκ των ελαχίστων ευρωπαϊκών κρατών που δεν επέβαλαν κυρώσεις στη Μόσχα, υποδέχθηκε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στην πρώτη του επίσκεψη στο Βελιγράδι από το 2022. Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του Καζακστάν Κασίμ-Ζομάρτ Τοκάγεφ απηύθυνε δημόσια έκκληση στον Πούτιν για τερματισμό του πολέμου, προτάσσοντας το ανθρώπινο κόστος, παρά τους ιστορικούς δεσμούς και τη στρατιωτική συνδρομή της Ρωσίας στην καταστολή των ταραχών στο Καζακστάν στις αρχές του 2022.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ρωσία στρέφεται αυξανόμενα προς τη Βόρεια Κορέα για τη διατήρηση των επιχειρήσεων στην Ουκρανία. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανέφερε ότι έχει ληφθεί απόφαση για την Ανάπτυξη επιπλέον 30.000 έως 50.000 Βορειοκορεατών σε ρωσικό έδαφος με σκοπό την απόκτηση πολεμικής εμπειρίας.

Σύμφωνα με τους Times, η μετατόπιση αυτή αποτυπώνει το τίμημα που καταβάλλει το Κρεμλίνο για την Ουκρανία: περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης διεθνώς, απώλεια παραδοσιακών ερεισμάτων και στενότερος κύκλος εξαρτήσεων.

Η Hanna Notte εκτιμά πάντως ότι η συρρίκνωση της ρωσικής επιρροής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως διάθεση συμβιβασμού στην Ουκρανία, αλλά ενδέχεται να οδηγήσει σε σκληρότερη στάση, καθώς το πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης αποτυχίας καθίσταται ακόμη μεγαλύτερο μετά τις θυσίες στην εξωτερική πολιτική της χώρας.

Διαβαστε επισης