Διεθνή

Politico: Η ήττα Τραμπ και τα πέντε σενάρια που προκαλούν ανησυχία στην Ευρώπη


Νέα δεδομένα στις διατλαντικές σχέσεις δημιουργεί η βαριά εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, με τους Δημοκρατικούς να επικρατούν στη Γερουσία και να καταγράφουν σημαντικά κέρδη στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών του Ντόναλντ Τραμπ στο εσωτερικό της χώρας, ανοίγοντας παράλληλα ένα νέο κεφάλαιο αβεβαιότητας για την Ευρώπη.

Παρά τις προσδοκίες ότι η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις επιλογές του Αμερικανού προέδρου, η επόμενη ημέρα δεν προμηνύεται απαραίτητα ευκολότερη για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αντίθετα, υπάρχει ο κίνδυνος ο Τραμπ, αντιμετωπίζοντας ισχυρότερη κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής του αντιπαράθεσης στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, της διπλωματίας και του εμπορίου, όπου οι προεδρικές αρμοδιότητες παραμένουν εκτεταμένες.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Politico, η νέα πολιτική πραγματικότητα στην Ουάσιγκτον ενδέχεται να επηρεάσει άμεσα τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη συνοχή του ΝΑΤΟ μέχρι τη σύγκρουση με το Ιράν, τις ενεργειακές τιμές και τη γενικότερη σταθερότητα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής.

Το αμερικανικό μέσο παρουσιάζει πέντε πιθανά σενάρια για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η εκλογική υποχώρηση του Τραμπ στην Ευρώπη.

1. Μεγαλύτερη πίεση προς την Ευρώπη και επιδείνωση των διατλαντικών σχέσεων

Το πρώτο ενδεχόμενο αφορά την πιθανότητα ο Αμερικανός πρόεδρος να αντιδράσει στην εκλογική ήττα εντείνοντας την πίεση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους. Η ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο περιορίζει τις δυνατότητες του Λευκού Οίκου να προωθήσει απρόσκοπτα την εσωτερική του ατζέντα, χωρίς όμως να αφαιρεί από τον πρόεδρο σημαντικές εξουσίες στην εξωτερική πολιτική και την εθνική ασφάλεια.

Ο βετεράνος Γερμανός διπλωμάτης και πρώην πρόεδρος της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη θα πρέπει να προετοιμαστεί όχι για μεγαλύτερη αρμονία στις διατλαντικές σχέσεις, αλλά για εντονότερες αντιπαραθέσεις και αυξημένες απαιτήσεις από την πλευρά του Τραμπ.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Φιλ Γκόρντον, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της Κάμαλα Χάρις, επισημαίνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, σημαντικές αρμοδιότητες στους δασμούς και στις εμπορικές συμφωνίες, καθώς και τη δυνατότητα άσκησης βέτο σε νομοσχέδια, ακόμη και στην περίπτωση που οι Δημοκρατικοί ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Το Politico εκτιμά ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να επιλέξει τη διεθνή σκηνή ως πεδίο επίδειξης πολιτικής ισχύος, προκειμένου να αποδείξει ότι εξακολουθεί να καθορίζει τις εξελίξεις. Σε αυτή την περίπτωση, η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με νέες πιέσεις, τόσο σε ζητήματα εμπορίου όσο και σε θέματα άμυνας και ασφάλειας.

2. Περισσότερη αμερικανική βοήθεια στην Ουκρανία, αλλά όχι άμεσα

Το δεύτερο σενάριο αφορά τις πιθανότητες ενίσχυσης της αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία. Η πλειονότητα των κορυφαίων στελεχών των Δημοκρατικών έχει υποστηρίξει σταθερά την παροχή βοήθειας στο Κίεβο, αντιμετωπίζοντας τον πόλεμο ως ζήτημα υπεράσπισης της δημοκρατίας, του διεθνούς δικαίου και των αμερικανικών συμφερόντων εθνικής ασφάλειας.

Η νέα ισορροπία δυνάμεων στο Κογκρέσο θα μπορούσε να δημιουργήσει προϋποθέσεις για μεγαλύτερη χρηματοδοτική και στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας. Ωστόσο, η πολιτική αλλαγή δεν σημαίνει ότι η βοήθεια θα αυξηθεί αυτομάτως ή ότι θα φτάσει εγκαίρως για να καλύψει τις άμεσες ανάγκες του Κιέβου.

Η Μπρόνγουεν Μάντοξ, διευθύντρια του βρετανικού ινστιτούτου Chatham House, προειδοποιεί ότι δεν θα πρέπει να αναμένεται άμεση ανατροπή των δεδομένων υπέρ του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποφασίσουν να προωθήσουν πρόσθετη βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής ενίσχυσης, η υλοποίησή της θα απαιτήσει μήνες και ενδεχομένως χρόνια.

Η χρονική διάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η Ουκρανία χρειάζεται άμεση ενίσχυση της αντιαεροπορικής της άμυνας, κυρίως με πυραυλικά συστήματα Patriot, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους συνεχιζόμενους ρωσικούς βομβαρδισμούς και να διατηρήσει τις αμυντικές της δυνατότητες κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

3. Συμφωνία για την Ουκρανία με όρους Τραμπ και πιθανή προσέγγιση με τη Ρωσία

Το τρίτο σενάριο αφορά το ενδεχόμενο ο Τραμπ να επιδιώξει μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, δίνοντας προτεραιότητα στη δική του πολιτική και διπλωματική προσέγγιση, ακόμη και αν αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις του Κιέβου και των Ευρωπαίων συμμάχων.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να προβάλλει τον εαυτό του ως ηγέτη που μπορεί να τερματίζει διεθνείς συγκρούσεις, ενώ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα έπρεπε να είναι μία από τις ευκολότερες συγκρούσεις προς επίλυση. Παράλληλα, έχει μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την απουσία συμφωνίας στον Ουκρανό πρόεδρο.

Ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης Κερτ Βόλκερ εκτιμά ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να παρακάμψει τις αντιρρήσεις της ουκρανικής και ευρωπαϊκής πλευράς, προχωρώντας ακόμη και σε μονομερείς κινήσεις για την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων με τη Μόσχα.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο χαλάρωσης ή μη εφαρμογής κυρώσεων κατά της Ρωσίας, καθώς και την προώθηση νέων επιχειρηματικών και ενεργειακών συμφωνιών. Όπως επισημαίνει, ο Τραμπ έχει ήδη συζητήσει με τον Βλαντίμιρ Πούτιν την πιθανότητα επιστροφής μεγάλων αμερικανικών επιχειρήσεων στη ρωσική αγορά.

Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε νέα δεδομένα για την Ευρώπη, καθώς θα μπορούσε να αποδυναμώσει την κοινή δυτική γραμμή απέναντι στη Μόσχα και να εντείνει τις διαφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών.

Αντίθετα, ο Βόλκερ θεωρεί λιγότερο πιθανό να υλοποιηθούν οι απειλές του Τραμπ για αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ ή για δραστική μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Όπως σημειώνει, μια τέτοια επιλογή δεν διαθέτει ευρεία πολιτική υποστήριξη στις ΗΠΑ, ούτε μεταξύ των Δημοκρατικών ούτε μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, ενώ συναντά αντιδράσεις και στο Κογκρέσο.

4. Η ενεργειακή κρίση και το ενδεχόμενο νέας ανόδου των τιμών

Το τέταρτο σενάριο συνδέεται με την ενεργειακή κρίση και τις συνέπειες που μπορεί να έχει για την ευρωπαϊκή οικονομία η παρατεταμένη ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Παρά τη σημαντική υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου τη Δευτέρα, τη μεγαλύτερη από τον Αύγουστο, το Brent εξακολουθούσε να διαπραγματεύεται στα 108 δολάρια το βαρέλι, αποτυπώνοντας τη συνεχιζόμενη ανησυχία στις διεθνείς αγορές.

Σύμφωνα με το Politico, η αποκλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η οποία θα επιτρέψει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία, το ενεργειακό σοκ ενδέχεται να παραταθεί, διατηρώντας υψηλό το κόστος της ενέργειας στην Ευρώπη και επιβαρύνοντας περαιτέρω τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην ηλεκτρική ενέργεια και στα καύσιμα, αλλά επεκτείνονται και στις αερομεταφορές. Ο διευθύνων σύμβουλος της Ryanair, Μάικλ Ο'Λίρι, έχει προειδοποιήσει ότι, εάν δεν υπάρξει συμφωνία, ο κλάδος ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με πραγματική κρίση μέχρι τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο.

Ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με δύσκολες επιλογές. Θα μπορούσε να επαναλάβει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, επιδιώκοντας να αναγκάσει την Τεχεράνη σε υποχώρηση ή να προκαλέσει την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να επιλέξει την αποκλιμάκωση ή ακόμη και να αποσυρθεί από την προσπάθεια επίλυσης της κρίσης, αφήνοντας μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στους Ευρωπαίους και στους Ασιάτες.

Η επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να προκαλέσει νέα άνοδο των ενεργειακών τιμών, εξέλιξη ιδιαίτερα επιβαρυντική για την ευρωπαϊκή οικονομία, αλλά και πολιτικά μη δημοφιλής στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Politico, η εκλογική ζημιά από την ενεργειακή κρίση έχει ήδη καταγραφεί.

5. Πολιτική σύγκρουση στην Ουάσιγκτον και περιορισμένη ενασχόληση με τις διεθνείς εξελίξεις

Το πέμπτο σενάριο αφορά τον κίνδυνο παρατεταμένης πολιτικής σύγκρουσης στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η οποία θα μπορούσε να απορροφήσει μεγάλο μέρος της προσοχής τόσο του Τραμπ όσο και των Δημοκρατικών, περιορίζοντας τον χρόνο και τα πολιτικά περιθώρια για την αντιμετώπιση διεθνών ζητημάτων.

Η ενίσχυση των Δημοκρατικών δημιουργεί τις προϋποθέσεις για εκτεταμένες κοινοβουλευτικές έρευνες σχετικά με τις αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ κατά τα δύο πρώτα χρόνια της δεύτερης προεδρικής του θητείας. Στο επίκεντρο ενδέχεται να βρεθούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν, η λειτουργία του FBI και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας του Αμερικανού προέδρου.

Ο Δημοκρατικός βουλευτής Ρόμπερτ Γκαρσία, ο οποίος ενδέχεται να αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έστειλε ήδη προειδοποιητικό μήνυμα προς την κυβέρνηση Τραμπ, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Βρείτε δικηγόρο».

Ωστόσο, στο εσωτερικό των Δημοκρατικών υπάρχουν και φωνές που προειδοποιούν ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε μια νέα προσπάθεια καθαίρεσης του προέδρου. Η πρώην αντιπρόεδρος Κάμαλα Χάρις έχει χαρακτηρίσει μια νέα διαδικασία παραπομπής κακή ιδέα, ενώ ο πρώην δήμαρχος του Σικάγο Ραμ Εμάνουελ καλεί το κόμμα να επικεντρωθεί σε ζητήματα που απασχολούν άμεσα τους Αμερικανούς πολίτες.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους διαβίωσης, η αύξηση του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού και η θέσπιση νέων κανόνων δεοντολογίας για τις τρεις εξουσίες.

Παρά τις εκκλήσεις για αποφυγή μιας νέας εσωτερικής πολιτικής σύγκρουσης, το Politico επισημαίνει ότι η Ουάσιγκτον δύσκολα θα αποφύγει τις έντονες αντιπαραθέσεις. Ο Τζον Φ. Χάρις του αμερικανικού μέσου εκτιμά ότι οι συγκρούσεις ενδέχεται να επεκταθούν και στο εσωτερικό των δύο μεγάλων κομμάτων, καθώς τόσο οι Ρεπουμπλικανοί όσο και οι Δημοκρατικοί θα κληθούν να επαναπροσδιορίσουν την πολιτική τους ταυτότητα και τη στρατηγική τους ενόψει της μετα-Τραμπ εποχής.

Για την Ευρώπη, το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης εσωτερικής κρίσης στις ΗΠΑ δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα μέτωπα στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή, στην ενεργειακή αγορά και στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, η περιορισμένη ενασχόληση της Ουάσιγκτον με τις διεθνείς εξελίξεις θα μπορούσε να αφήσει σημαντικά κενά στον συντονισμό της δυτικής πολιτικής.

Διαβαστε επισης